Στέφανος Κασιμάτης ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Τόση μοναξιά στην κορυφή

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ευτυχώς που σκάει ένας θλιμμένος Τέρενς στη μέση και έτσι εκτονώνεται ο ενεργειακός στρόβιλος που θα μπορούσε να προκαλέσει η συνομιλία των δύο μεγάλων πνευμάτων – κάτι πολύ επικίνδυνο, γιατί θα μπορούσε να ρουφήξει όλη την παιδεία…

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΦAΛHPEYΣ

Για να παραιτηθείς έπειτα από μόλις 22 μέρες από μια τόσο σημαντική θέση, ένα από τα δύο πρέπει να παίζει: ή είσαι τρελός, κανονικά ανισόρροπος, ή είσαι άνθρωπος στις φλέβες του οποίου κυλάει το θέατρο. Η απάντηση στο δίλημμα περιττεύει για την περίπτωση της παραίτησης του Γιώργου Κιμούλη, καθώς όλοι γνωρίζουμε ποιος είναι.

Τι να πει κανείς, ύστερα από τέτοιο σοκ; Το πλήγμα για τον πολιτισμό είναι τεράστιο έως ανυπολόγιστο. Με τον υπαινιγμό αυτό, άλλωστε, ξεκινά η επιστολή: «Το Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος αποτελεί σήμερα το μεγαλύτερο στοίχημα δυναμικού μετασχηματισμού του πολιτισμικού (sic) μας χάρτη». Και ξέρουμε, αλίμονο, ότι ήδη χάθηκε με αυτή την παραίτηση – ευχαριστούμε, κ. Κιμούλη, που μας το λέτε με το μαλακό. Η επιστολή είναι προφανές ότι γράφτηκε σε στιγμές που το μεγαλείο μέσα στον Γ. Κιμούλη είχε φουσκώσει και κυμάτιζε, διότι η αναφορά σε «πολιτισμικό χάρτη» είναι μια μπαρούφα. Ωστόσο, απαραίτητη μπαρούφα και με σαφή αισθητική αξία, καθώς πιστοποιεί τη βαθιά ελληνικότητα του λόγου που χρησιμοποιεί ο μεγάλος ηθοποιός – και σκηνοθέτης, ζητώ συγγνώμη.

Η επιστολή είναι γραμμένη σε ανθηρό κουλτουριάρικο ύφος, με διατυπώσεις όπως «η τελική αποκρυστάλλωση της διοικητικής έκφρασης» και θεατράλε μπακαλιάρους, όπως ο μονόλογος «ευτυχώς για μένα δεν είμαι ανέστιος, έχω τον τόπο της τέχνης μου, εκεί κατοικώ». Στο κείμενο, γίνεται πολύς λόγος για μια «συλλογικότητα» στη διοίκηση, στην οποία αποσκοπούσε ο ίδιος, αλλά εμποδίστηκε από κάποιους. Κατονομάζει τον διευθύνοντα σύμβουλο Ν. Μανωλόπουλο, τον οποίο προσδιορίζει επιτιμητικά ως «διορισθέντα από το υπουργείο Οικονομικών», ξεχνώντας ή αγνοώντας ότι και ο ίδιος από το υπουργείο Οικονομικών διορίστηκε. Πιθανό είναι, όμως, να υπονοεί ότι ο ίδιος διορίσθηκε από αρχή ανώτερη του υπουργείου Οικονομικών, καθώς είναι πασίγνωστο ότι για τον διορισμό του έδωσε μάχη ο Τσίπρας. (Εκπληκτικό, όμως, το ένστικτο που διαθέτει ο Τσίπρας για τον κατάλληλο άνθρωπο! Την πάτησε τόσο άσχημα με τον Βαρουφάκη και, παρ’ όλα αυτά, δεν κατάλαβε τίποτα.)

Δύο ακόμη στοιχεία της επιστολής μάς βοηθούν να καταλάβουμε τι πραγματικά συνέβη στο μυαλό του μεγάλου μας ηθοποιού και σκηνοθέτη (το είπα σωστά τούτη τη φορά). Το ένα είναι η περιφρονητική αναφορά στις εσωτερικές διοικητικές ισορροπίες, χωρίς τις οποίες κανένας εταιρικός οργανισμός δεν μπορεί να λειτουργήσει, ως «εσωκομματικές διαπραγματεύσεις». Το άλλο είναι η αναφορά σε ένα «ασαφές τοπίο καλλιτεχνικής διεύ­θυνσης». Με βάση, λοιπόν, τα παραπάνω, αλλά και πληροφορίες που ήθελαν τον Γ. Κιμούλη αποφασισμένο να υπαγορεύσει τις καλλιτεχνικές επιλογές, εκτιμώ ότι η παραίτηση οφείλεται σε μια παρεξήγηση, του είδους που συναντάμε στις κωμωδίες.

Ο Γ. Κιμούλης δεν είχε καταλάβει ποια ακριβώς ήταν η θέση που του προσφέρθηκε. Υποθέτω ότι θα φανταζόταν ότι θα καθόταν σε έναν θρόνο, σε ένα δωμάτιο με θέα τη θάλασσα, ένα δωμάτιο που θα το πλημμύριζε υποβλητική μουσική (π.χ., τα ορχηστρικά μέρη από το «Τριστάνος και Ιζόλδη») και όταν του ερχόταν η έμπνευση, θα έβγαινε για να πει στον καθένα τι να κάνει. Φανταζόταν, δηλαδή, τον εαυτό του σαν σκηνοθέτη ο οποίος μπορεί να κάνει ό,τι θέλει με αυτό που σκηνοθετεί. Iσως περιττεύει να προσθέσω ακόμη πόσο φανερό είναι ότι δεν είχε ιδέα από διοίκηση τέτοιων οργανισμών.

Η βασική αντίφαση που χαρακτηρίζει την επιστολή του Γ. Κιμούλη είναι ίδια με εκείνη που διέπει τη σκέψη πολλών αριστερών: πάνω απ’ όλα η συλλογικότητα, αλλά με τον τρόπο που αρέσει στους ίδιους. Δεν γίνεται, το έχει αποδείξει η Ιστορία, να είσαι δικτάτορας και να σε λατρεύουν. Εξαίρεση, βέβαια, είναι ο Κιμ Γιονγκ Ουν της Βόρειας Κορέας, που τόσο τον λατρεύουν στη χώρα του, αλλά αυτός είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.

(Σχετικώς με την αποτυχία των δικτατοριών, φέτος είναι τα εκατό χρόνια από τη Ρωσική Επανάσταση του Φεβρουαρίου 1917 και το πραξικόπημα του Οκτωβρίου από τους μπολσεβίκους).

Ο Γ. Κιμούλης παραιτήθηκε εξαιτίας του μεγαλείου του (είναι φυσικό του, δεν μπορεί να το συγκρατήσει...), αλλά και του βάρους της μοναξιάς που ένιωσε. Η επιστολή κλείνει με το παράπονο: «Οταν ρίχνουμε κάποιον εν γνώσει μας στην αρένα, δεν τον αφήνουμε μόνο του». Αναφέρεται, επίσης, αρκετά στην αξιοπρέπειά του – μάλλον περισσότερο από όσο θα έπρεπε αν την υπολόγιζε σωστά. Αλλά δεν υπάρχει και αξιοπρέπεια έναντι της ευθύνης σου για πρόσωπα και πράγματα έξω από τον εαυτό σου και μόνο;

Ο Γ. Κιμούλης απέδειξε, πάντως, ότι δεν νοιαζόταν για τον μισθό – αυτό να του το αναγνωρίσουμε. Ηθελε να αλλάξει τον κόσμο και, βεβαίως, τον «πολιτισμικό χάρτη». Ευτυχώς, μέχρι στιγμής τη γλίτωσαν και οι δύο από τον Γ. Κιμούλη...

Ποιος μιλάει

Η κυβέρνηση διέψευσε την πληροφορία του Reuters ότι χθες επρόκειτο ο πρωθυπουργός να προκηρύξει εκλογές. Η διάψευση έγινε στο γνώριμο ύφος ειρωνικής νουθεσίας – που χρησιμοποιεί συχνά και ο Τσίπρας. Επειδή, όμως, η κυβέρνηση στερείται την απαραίτητη επιδεξιότητα για τα μεταξωτά βρακιά, η ειρωνεία της διάψευσης κατέληξε (ακουσίως) σε αυτοσαρκασμό: «Ελπίζουμε να είναι απλώς μια ανοησία, γιατί δεν θέλουμε να πιστέψουμε ότι κάποιοι παίζουν παιχνίδια με το Χρηματιστήριο». Δεν θέλουν να το πιστέψουν. Ποιοι; Αυτοί που παίζουν παιχνίδια με την οικονομία εις βάρος όλων μας· και δεν το κάνουν από ανοησία αυτοί, το κάνουν με σκοπιμότητα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ