ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Η Wind υλοποιεί προγράμματα και ψάχνει ευκαιρίες

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ

«Υπάρχει και μια νέα αγορά που αναπτύσσεται. Είναι η αγορά των δεδομένων, η οποία τα τρία τελευταία χρόνια είναι εκθετικά αναπτυσσόμενη», επισημαίνει ο κ. Ζαρκαλής.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι μέτοχοι της Wind θα κάνουν ό,τι χρειαστεί προκειμένου η εταιρεία να αναπτυχθεί περαιτέρω. Ακόμη και να βάλουν το χέρι στην τσέπη, εάν υπάρξει κάποια επενδυτική ευκαιρία για την επιχείρηση, λέει στην «Κ» ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Wind, Νάσος Ζαρκαλής. Προς το παρόν, η εταιρεία είναι απασχολημένη με το επενδυτικό πρόγραμμά της, ύψους 500 εκατ. ευρώ, που στόχο έχει να δημιουργήσει δίκτυα νέας γενιάς στη σταθερή και κινητή τηλεφωνία, και παράλληλα να φέρει την εταιρεία στη συνδρομητική τηλεόραση.

– Επηρεάζουν την πορεία της Wind και της αγοράς τηλεπικοινωνιών οι νέες, επί τα χείρω, εκτιμήσεις της ΕΛΣΤΑΤ για το ΑΕΠ;

– Μια θετική ή αρνητική οριακή μεταβολή του ΑΕΠ δεν μεταβάλλει τις αρχικές διαπιστώσεις μας για την αγορά τηλεπικοινωνιών. Και η βασική διαπίστωση είναι ότι, έπειτα από πολλά χρόνια συνεχούς πτώσης της αγοράς, επιτέλους εμφανίζονται σημάδια σταθεροποίησης. Βεβαίως, το τι θα συμβεί το 2017 και τα επόμενα χρόνια στην αγορά μας είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Θεωρώ, όμως, ότι δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια για ακόμα μία σημαντική υποχώρηση.

– Αυτό διακρίνεται στα αποτελέσματα των επιχειρήσεων του κλάδου;

– Σε ό,τι αφορά τη Wind, είναι ορατό. Το 2016, έπειτα από πολύ δύσκολες καταστάσεις, επανήλθαμε σε τροχιά αύξησης τζίρου κατά 3% και αύξησης της λειτουργικής μας κερδοφορίας κατά 7%. Θεωρώ ότι και φέτος, αν δεν υπάρξει κάποια σημαντική αρνητική εξέλιξη στην ελληνική οικονομία, θα είναι μια χρονιά διεύρυνσης της Wind.

– Τι οδηγεί την αγορά τηλεπικοινωνιών στην ανάκαμψη που περιγράφετε; Είναι οι νέες υπηρεσίες; Η συμπίεσή της επί πολλά χρόνια;

– Ο πιο σωστός χαρακτηρισμός είναι «σταθεροποίηση» και όχι «ανάκαμψη» της αγοράς. Δεν μπορούμε να μιλάμε για μια αγορά που ανακάμπτει. Η Wind μπορεί να πέτυχε μια χρονιά ανάκαμψης, αλλά αυτό δεν χαρακτηρίζει το σύνολο της αγοράς. Τα σημάδια σταθεροποίησης, ωστόσο, είναι συνδυασμός πολλών παραγόντων. Πρωτίστως επειδή σημειώθηκε μια πολύ βίαια πτώση. Από το 2008, που παρουσιάστηκε η κορύφωση, έως και το 2015, ο τζίρος στις τηλεπικοινωνίες συρρικνώθηκε κατά 45%, έχοντας ως πρωταθλήτρια στην πτώση την κινητή, η οποία στην ίδια χρονική περίοδο υποχώρησε κατά 55%. Είναι φυσιολογικό, έπειτα από μια τέτοιου είδους πτώση, να βρίσκεται «ο πάτος του βαρελιού». Επιπλέον, υπάρχει και μια νέα αγορά που αναπτύσσεται. Είναι η αγορά των δεδομένων, η οποία τα τρία τελευταία χρόνια είναι εκθετικά αναπτυσσόμενη. Η διαρκώς αυξανόμενη διείσδυση υπηρεσιών, δεδομένων και smartphones σε ολοένα και διευρυνόμενα στρώματα του πληθυσμού αποτελεί παράγοντα σταθεροποίησης, και ευελπιστούμε στο μέλλον να συμβάλει στην ανάκαμψη της αγοράς. Αντίστοιχα ισχύουν και για τη σταθερή τηλεφωνία. Τώρα, η αγορά σταθερής εισέρχεται σε νέα φάση, με τη διείσδυση των δικτύων υπερυψηλών ταχυτήτων βασισμένων σε οπτικές ίνες, η οποία θα δώσει νέα ώθηση.

– Σε αυτό το πλαίσιο ποιος είναι ο ρόλος της τηλεόρασης και ποια τα περιθώρια ανάπτυξης της συνδρομητικής στη χώρα μας;

– Τα περιθώρια ανάπτυξης είναι πολύ σημαντικά. Η διείσδυση της συνδρομητικής τηλεόρασης στην Ελλάδα βρίσκεται στο 25%, η μέση διείσδυση στην Ευρώπη είναι στο 60% και υπάρχουν χώρες με διείσδυση 100%. Αρα, η συνδρομητική στην Ελλάδα έχει μείνει πολύ πίσω. Η ανάπτυξή της, όμως, εξαρτάται από την πορεία της ελληνικής οικονομίας, την κατάσταση στην τηλεόραση ελεύθερης λήψης, την αγορά περιεχομένου, αλλά κυρίως από τις τεχνολογικές δυνατότητες.

– Πρόσφατα ισχυριστήκατε ότι δεν σας ενδιαφέρει η δορυφορική πλατφόρμα παροχής συνδρομητικής τηλεόρασης. Γιατί;

– Να γίνω λίγο πιο σαφής. Δεν μας ενδιαφέρει μια ανάπτυξη από το μηδέν. Η δορυφορική είναι ένα μοντέλο που αναπτύχθηκε τα τελευταία 20 χρόνια και πλέον βλέπουμε σε ανεπτυγμένες αγορές να φτάνει στα όριά της. Από την άλλη πλευρά, η παροχή περιεχομένου, μέσω ευρυζωνικών δικτύων, είναι φθηνότερη και αποτελεσματικότερη. Με αυτήν την έννοια, η Wind σχεδιάζει να επενδύσει σε κάτι σύγχρονο, σε κάτι που έχει πολύ μέλλον και δεν επιθυμεί να αναπτύξει μόνη της δορυφορική πλατφόρμα.

– Το νέο επενδυτικό σχέδιο στο οποίο αναφέρεστε μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά από τις δυνάμεις της αγοράς ή νομίζετε ότι θα απαιτηθεί κάπoιου είδους κρατική επιδότηση;

– Θα ήταν ευχής έργον η οικονομική στήριξη αυτής της προσπάθειας. Δυστυχώς μέχρι τώρα δεν υπάρχει κάποιο πλαίσιο που να μας κάνει να πιστεύουμε ότι στο άμεσο χρονικό διάστημα θα υπάρξει ένα πρόγραμμα στήριξης των επενδύσεών μας. Αντί, όμως, να ευχόμαστε την ύπαρξή του, η απόφαση τουλάχιστον της Wind είναι να προχωρήσει άμεσα στην υλοποίηση του επενδυτικού σχεδίου της από το δεύτερο τρίμηνο του 2017.

– Τι ύψους επενδύσεις σχεδιάζετε;

– Ξεκινώντας από το 2016 και έως το 2020, έχουμε προγραμματίσει επενδύσεις 100 εκατ. ευρώ ετησίως, εξαιρουμένων των δαπανών σε συχνότητες όπως το Ψηφιακό Μέρισμα ΙΙ. Το τελευταίο το θεωρούμε κάτι άγνωστο, αφού δεν έχει σχεδιαστεί κάποιος διαγωνισμός. Οι επενδύσεις μας, επομένως, για την επόμενη πενταετία ανέρχονται σε 500 εκατ. ευρώ και θα κινηθούν σε τρεις άξονες: τη συνέχιση της επέκτασης του δικτύου 4ης γενιάς στην κινητή τηλεφωνία, τη δημιουργία του δικτύου οπτικών ινών στη σταθερή και την είσοδό μας στη συνδρομητική τηλεόραση.

– Αυτά τα κεφάλαια είναι διασφαλισμένα;

– Η πρόσφατη έκδοση ομολογιακού δανείου, ύψους 250 εκατ. ευρώ, η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της επιχείρησης κατά 25 εκατ. ευρώ και η προβλεπόμενη λειτουργική κερδοφορία της επιχείρησης νομίζω ότι διασφαλίζουν την απρόσκοπτη χρηματοδότηση του επενδυτικού μας σχεδίου. Υπενθυμίζω ότι μόνον πέρυσι η λειτουργική κερδοφορία ανήλθε σε 91 εκατ. ευρώ και φέτος εκτιμάμε ότι θα αυξηθεί περισσότερο.

Τρεις και όχι πέντε εταιρείες αντέχει η ελληνική αγορά

– Αν υπάρξουν άλλες ευκαιρίες, π.χ. μια πιθανή εξαγορά, αρκούν τα κεφάλαια στα οποία έχετε αναφερθεί;

– Γενικά, η εταιρεία διαθέτει επαρκή κεφάλαια, αλλά έχει και μετόχους που χειρίζονται τεράστια επενδυτικά κεφάλαια. Είμαι απολύτως σίγουρος ότι, αν προκύψει μια ευκαιρία, αυτά τα θέματα θα τα λύσουμε.

– Υπάρχει κάτι τώρα στον ορίζοντα;

–Αυτήν τη στιγμή, όχι. Εχουμε, όμως, παρουσιάσει τη στρατηγική μας θέση ότι αυτή η αγορά χρήζει μεγαλύτερης συγκέντρωσης και ήδη, από τότε που το δηλώσαμε, η αγορά έχει συγκεντρωθεί, δυστυχώς βιαίως, και με την κατάρρευση επιχειρήσεων. Σήμερα βιώνουμε μια αγορά πέντε επιχειρήσεων και εκτιμάμε ως βιώσιμο ένα μοντέλο τριών επιχειρήσεων. Προς αυτήν τη κατεύθυνση έχουμε κάνει όλες τις κινήσεις που κρίναμε ότι είναι απαραίτητες. Επίσης, εξακολουθούμε να αναπτυσσόμαστε αυτόνομα, ανεξάρτητα από τις πιθανές ευκαιρίες που θα δημιουργηθούν.

– Στη Forthnet, γιατί διαγράψατε την επένδυσή σας;

– Είναι υποχρέωσή μας να αποτιμάμε στα βιβλία της επιχείρησης τα περιουσιακά στοιχεία σε μια τιμή που να ανταποκρίνεται στην τρέχουσα αξία τους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, έχουμε διαγράψει στις λογιστικές καταστάσεις του 2016 το μεγαλύτερο μέρος της αξίας της επένδυσής μας στη Forthnet.

– Ποιος ο ρόλος αυτής της ρυθμιστικής αρχής στη δημιουργία των νέων επενδύσεων σε οπτικές ίνες;

– Αυτήν τη φορά το ρυθμιστικό πλαίσιο είναι αρκετά αποτελεσματικό για τις συγκεκριμένες επενδύσεις, αφού ενθαρρύνει τη δημιουργία των επενδύσεων. Νομίζω ότι έχει επιτευχθεί ένα είδος χρυσής τομής: να εξασφαλιστούν τα κίνητρα σε όσους έχουν τη διάθεση να επενδύσουν, οι οποίοι σε συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού θα διασφαλίσουν ότι οι καταναλωτές θα γίνουν δέκτες αξιόπιστων και υψηλού επιπέδου υπηρεσιών, και μάλιστα σε εύλογες χρεώσεις. Ιστορικά όμως, και αυτό δείχνει η κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα η αγορά, υπήρξαν μεγάλες αδυναμίες. Η αγορά έχει χάσει τα τελευταία χρόνια μεγάλο μέρος της αξίας της, κάτι που δεν έχει συμβεί πουθενά αλλού. Παράλληλα υστερεί σε όλους τους δείκτες μέσα στην Ευρώπη, ενώ 10 χρόνια ήταν στην αιχμή του δόρατος των ευρωπαϊκών τηλεπικοινωνιών, ειδικά στην κινητή τηλεφωνία. Επομένως, ιστορικά υπήρξαν μεγάλες αδυναμίες, πράξεις και παραλείψεις που οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση.

– Ηταν όμως «φούσκα» η αγορά;

– Δεν συμφωνώ με αυτόν τον χαρακτηρισμό. Το 2008 η αγορά ανήλθε στα 7,5 δισ. ευρώ, δηλαδή σε ποσοστό του ΑΕΠ που ήταν υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ε.Ε., αλλά όχι το υψηλότερο. Αυτό θεωρώ ότι ήταν το αποτέλεσμα της εξαιρετικής δουλειάς που είχε γίνει κυρίως στην αγορά της κινητής τηλεφωνίας. Θα υποστήριζα ότι το παράδοξο είναι αυτό που ακολούθησε μετά το 2008, με τη ραγδαία πτώση της κινητής, φαινόμενο που δεν καταγράφηκε πουθενά αλλού στην Ευρώπη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ