Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Έφη Αχτσiογλου
Νεοσυριζαίοι σε συντροφική ομηρία

Δ​​εν ήταν μόνο συμβολισμός. Η επιλογή του πρωθυπουργού να επιστρατεύσει στον ανασχηματισμό του περασμένου Νοεμβρίου στελέχη που, λόγω ηλικίας και στυλ, δεν μύριζαν ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε μόνο επικοινωνιακή στόχευση. Είχε, έλεγαν, και πολιτικό νόημα. Σηματοδοτούσε την απόφαση του Τσίπρα να τρέξει στις ράγες του μνημονίου. 

Η ομάδα των νέων –και νεαρών– υπουργών παρουσιαζόταν έτσι σαν γρήγορο κυβερνητικό hardware χωρίς προεγκατεστημένο πολιτικό software: Σαν ευέλικτη μηχανή που ήταν έτοιμη, χωρίς αγκυλώσεις, να εκτελέσει το πρωθυπουργικό πλάνο.

Τέτοιο πλάνο βέβαια δεν υπήρχε. Τουλάχιστον δεν υπήρχε κατασταλαγμένο. Το έδειξαν οι τέσσερις μήνες που διέρρευσαν σαν άμμος από ανοιχτά δάχτυλα. Αλλά ακόμη κι αν υπήρχε η περιλάλητη αποφασιστικότητα να προχωρήσει γρήγορα το πρόγραμμα, η κυβέρνηση είχε ήδη προλάβει να υποσκάψει το έδαφος στο οποίο έλεγε ότι ήθελε να τρέξει.

Πουθενά δεν φαίνεται αυτή η αυτοϋπονόμευση τόσο καθαρά, όσο στο ασφαλιστικό. Η πιο απροσδόκητη και, από την άποψη της βαρύτητας του χαρτοφυλακίου που της ανατέθηκε, πιο σημαντική νέα υπουργός, η Εφη Αχτσιόγλου, ξεκίνησε τη θητεία της καταδικασμένη από τον προκάτοχό της. Ηταν αιχμάλωτη του πλαισίου που εκείνος είχε προλάβει να νομοθετήσει. Οχι μόνον επειδή το πλαίσιο ήταν δημοσιονομικά αλλοπρόσαλλο – επειδή το είχε εμπνεύσει η ταξική μεροληψία, όπως λέγεται, σύμφωνα τον συριζαϊκό ευφημισμό, η πελατειακή σκοπιμότητα. Αλλά κι επειδή, όπως αποδεικνύεται τώρα, το πλαίσιο αυτό είναι και διοικητικά ανεφάρμοστο.

Ακολουθώντας τους κομματικούς αυτοματισμούς, η Αχτσιόγλου αφιερώνει τις δημόσιες παρεμβάσεις της σχεδόν αποκλειστικά στο κεφάλαιο των εργασιακών, που έχουν μείνει ανοιχτά από την πρώτη αξιολόγηση. Η ολοκλήρωση όμως της δεύτερης αξιολόγησης απαιτεί ταυτόχρονα και την αναθεώρηση του ασφαλιστικού που ψηφίστηκε στην πρώτη.

Δεν ισχύει μόνο στον τομέα της Αχτσιόγλου: Αυτά που σήμερα ζητούνται ως «μεταρρυθμίσεις» είναι σε μεγάλο βαθμό άρση των αδιεξόδων που δημιούργησε, με την ανοχή των δανειστών, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι, ας πούμε, η αποκαθήλωση του προκρούστειου καθεστώτος που επέβαλε στη ΔΕΗ ο Σκουρλέτης. Είναι η υπέρβαση της ηθελημένης αδράνειας στις ιδιωτικοποιήσεις. Είναι η πολιτική αποναρκοθέτηση των τραπεζών.

Κάποτε, στην πρώιμη μνημονιακή περίοδο, ο Γιώργος Παπανδρέου είχε προτιμήσει αδοκίμαστα στελέχη για υπουργούς. Το βαθύ ΠΑΣΟΚ τούς τηγάνισε μέχρι απανθρακώσεως. Οι νεοσυριζαίοι δεν έχουν να αντιμετωπίσουν τέτοιον ηλικιακό ρατσισμό. Εχουν όμως να αναμετρηθούν με τα τετελεσμένα μιας κυβερνητικής κληρονομιάς που την καθιστά ασήκωτη η συνεχιζόμενη στρατηγική αμφιταλάντευση. Κάθε Αχτσιόγλου κουβαλάει ένα βουνό Κατρούγκαλους.

Γιώργος Καμίνης
Με διάκοσμο υπερκομματικό

Σαν στρατηγοί γερμένοι πάνω από τη μακέτα του πολεμικού θεάτρου: Ετσι είχαν γείρει, πλάι πλάι, ο πρωθυπουργός και ο δήμαρχος Αθηναίων πάνω από τον χάρτη του αθηναϊκού μέλλοντος. Για τον Τσίπρα ήταν μια σπάνια ευκαιρία να ποζάρει σε φωτεινό φόντο. Και θα ήταν πολύ λιγότερο πειστική η πόζα, αν το φόντο δεν συμπλήρωνε, ως υπερκομματικός διάκοσμος, ο Γιώργος Καμίνης.

Η κυβέρνηση έχει μεγάλη ανάγκη από μακέτες. Γι’ αυτό βιάστηκε να συγκολλήσει τέσσερα παλαιά σχέδια –κανένα τους ώριμο προς υλοποίηση– και να τα παρουσιάσει ως συνολικό σχέδιο για την αναμόρφωση της Αθήνας. Ο Καμίνης όμως τι ανάγκη έχει;

Εντάξει, η θεσμικώς αυτονόητη απάντηση είναι ότι «όταν σε καλεί ο πρωθυπουργός, δεν μπορείς να αρνηθείς». Οι άνθρωποι του δημάρχου δεν κρύβουν άλλωστε ότι το τραύμα του δημοψηφίσματος, που έχασκε στη σχέση μεταξύ του Καμίνη και του Τσίπρα, έχει επουλωθεί εδώ και τουλάχιστον ένα χρόνο. Η κυβέρνηση βοηθήθηκε, λένε, από την επίδοση του δημάρχου στην αντιμετώπιση του προσφυγικού. Ταυτόχρονα τον αναγνωρίζει και ως εξωκοινοβουλευτικό μπότοξ στο αριστερό της προφίλ, επειδή προωθεί την ατζέντα –ισλαμικό τέμενος, σύμφωνο συμβίωσης, αποτεφρωτήριο– που διχάζει κοινοβουλευτικά τον κυβερνητικό συνεταιρισμό.

Το συμπέρασμα είναι ότι ο Καμίνης ήταν από καιρό έτοιμος να δεχθεί την πρόσκληση του Τσίπρα – ετοιμότητα που φαίνεται ότι δεν επηρεάζεται από το γενικότερο πολιτικό κλίμα, που για την αντιπολίτευση καθιστά πλέον τοξική κάθε υπόνοια συναίνεσης με τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.

Ο δήμαρχος δεν έχει τέτοιες αναστολές. Αντιθέτως. Επιδεικνύει την πολιτική αχρωματοψία, που κάποιοι ταυτίζουν με το Κέντρο. Δεν είναι ο μόνος. Και άλλες δυνάμεις στον πολιτικό του χώρο αντιλαμβάνονται την Κεντροαριστερά κυρίως γεωγραφικά, ως άσκηση ίσων αποστάσεων.

Κέντρο είναι να βρίσκεσαι πάντα στην τρυφερή καρδιά του καρπουζιού – στο σημείο όπου εφάπτονται τα δύο ημισφαίρια. Στο σημείο Πιτέλα.

Ο επικεφαλής των Ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών, που ανακηρύχθηκε προχθές επίτιμος δημότης Αθηναίων, βλέπει τα ελληνικά πράγματα από μακριά. Γι’ αυτό κάπως συγχωρείται που δεν διακρίνει τις διαφορές. Που νομίζει ότι οι εταίροι των ΑΝΕΛ συγγενεύουν με τη σοσιαλδημοκρατία. Που βλέπει, ας πούμε, τον Κουρουμπλή σαν έναν λίγο πιο αριστερό Καμίνη. Ο δήμαρχος όμως;

Η απάντηση θα μπορούσε να είναι ότι οι παράγοντες της τοπικής αυτοδιοίκησης μπορούν να αψηφούν την πολιτική πραγματικότητα που βράζει επέκεινα των δήμων τους. Μπορούν να κινούνται σαν να βρίσκονται σε πολιτικό κενό, ακόμη κι όταν τους μεταχειρίζονται κουβελοπρεπώς, σαν προπαγανδιστικά αξεσουάρ. Ακόμη κι όταν η μετριοπάθειά τους κινδυνεύει να εκληφθεί ως απάθεια. Και η αμεροληψία τους ως αφασία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ