ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Παραμένει βαρύ το κλίμα για Αθήνα στο Βερολίνο

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Παρά την αισιοδοξία του κ. Σόιμπλε για την πορεία της δεύτερης αξιολόγησης, ελάχιστα περιθώρια υπάρχουν ότι θα ενδώσει στις πιέσεις του ΔΝΤ για ελάφρυνση του χρέους.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μπορεί ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε να δήλωσε την περασμένη εβδομάδα «αισιόδοξος» ότι η δεύτερη αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος βαίνει προς ολοκλήρωση, αλλά όλες οι ενδείξεις σηματοδοτούν ότι θα τηρήσει σκληρή γραμμή μέχρι τέλους. Η παρέμβαση του Λούντγκερ Σούκνεχτ, του επικεφαλής οικονομολόγου του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών σε συνέδριο που έλαβε χώρα στη γερμανική λουτρόπολη του Μπαντ Χόμπουργκ στις αρχές του μήνα, αφήνει ελάχιστα περιθώρια για αισιοδοξία ότι ο κ. Σόιμπλε θα ενδώσει στις πιέσεις του ΔΝΤ για ουσιώδη μέτρα ελάφρυνσης του χρέους.

Επιπλέον, όπως προέκυψε από τις εργασίες του συνεδρίου, στο οποίο συμμετείχαν και παλιοί γνώριμοι από την τρόικα (Ματίας Μορς, Κλάους Μαζούχ), η διατήρηση της απειλής του Grexit θεωρείται αναγκαία από το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών. Οι άνθρωποι του κ. Σόιμπλε θεωρούν ότι, χωρίς αυτή την απειλή, η Αθήνα θα υπαναχωρούσε από την εφαρμογή των συμφωνηθέντων.

Στην παρουσίασή του, η οποία βρίσκεται στη διάθεση της «Κ», ο κ. Σούκνεχτ δίνει έμφαση στους προνομιακούς όρους δανεισμού που απολαμβάνει η ελληνική κυβέρνηση –συγκρίνοντάς τους με τους όρους που παρέχονται σε πολύ φτωχότερες αναπτυσσόμενες χώρες– και αναδεικνύει πρόσφατα παραδείγματα ευρωπαϊκών χωρών, όπως το Βέλγιο και η Φινλανδία, που πέτυχαν πρωτογενή πλεονάσματα άνω του 3,5% του ΑΕΠ για δέκα χρόνια ή περισσότερο.

Ο Γερμανός αξιωματούχος αναφέρεται στις κακές επιδόσεις της Ελλάδας σε σειρά διαρθρωτικών δεικτών, αλλά και στο ύψος των δημοσίων δαπανών. Παρότι –όπως αναγνωρίζει– έχουν μειωθεί σημαντικά σε απόλυτους αριθμούς, από 128,5 δισ. ευρώ το 2009 σε 90,3 δισ. το 2016, η παρουσίαση αναδεικνύει ότι παραμένουν πάνω από το 50% του ΑΕΠ (51,2%), υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (47,9%). Η ιδέα ότι η ασφυκτική λιτότητα των τελευταίων ετών μπορεί να ευθύνεται για την κάθετη πτώση του ΑΕΠ η οποία κρατά στα ύψη αυτόν τον δείκτη δεν μοιάζει να επιδρά στο σκεπτικό του.

Καταλήγοντας, ο κ. Σούκνεχτ σημειώνει ότι η όποια ελάφρυνση χρέους θα δοθεί στην Ελλάδα μόνο αν εφαρμόσει τις συμφωνηθείσες μεταρρυθμίσεις, τμηματικά και «εφόσον κριθεί απαραίτητο».

Ωστόσο, σύμφωνα με μια νέα μελέτη που θα δημοσιευθεί στο άμεσο μέλλον, που επίσης βρίσκεται στη διάθεση της «Κ», οι προσδοκίες για μία δεκαετία εξαιρετικά υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων είναι ανεδαφικές. Ενας εκ των συντακτών της, που ήταν κι αυτός παρών στο συνέδριο του Μπαντ Χόμπουργκ, είναι ο Τζέρομιν Ζετελμάγερ, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του γερμανικού υπουργείου Οικονομίας επί Γκάμπριελ και σήμερα ερευνητής στο Peterson Institute for International Economics.

«Εξετάσαμε 48 ανεπτυγμένες και αναδυόμενες οικονομίες, με υψηλό χρέος, στην περίοδο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο», σημειώνει ο Ζετελμάγερ στην «Κ». «Το συμπέρασμα είναι ότι δεν είναι ρεαλιστικό να απαιτείται από την Ελλάδα τόσο υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα για πάνω από τέσσερα χρόνια». Η ανάλυση την οποία συνυπογράφει εκτιμά ότι τα μέτρα ελάφρυνσης που περιγράφονται στην απόφαση του Eurogroup τον Μάιο του 2016 θα αρκέσουν για να καταστεί βιώσιμο το ελληνικό χρέος μόνο «αν οδηγηθούν στα άκρα» (π.χ. επιμήκυνση του χρέους προς τον EFSF πέρα από το 2080).

Ο Ζετελμάγερ βλέπει δύο πιθανούς τρόπους άρσης του αδιεξόδου μεταξύ ΔΝΤ και Γερμανίας: «Είτε θα υπάρξει κάποια άτυπη δέσμευση ότι θα ληφθούν τα μέτρα ελάφρυνσης το 2018 είτε θα επαναληφθεί η ανακοίνωση της απόφασης του Μαΐου του 2016 αφαιρώντας την αναφορά στο “αν είναι απαραίτητο”». Η άτυπη δέσμευση, θεωρεί, θα είναι αξιόπιστη, καθώς «μεταξύ δύο δυσάρεστων επιλογών για τη γερμανική κυβέρνηση, η χρηματοδότηση ενός τετάρτου μνημονίου είναι πιθανότατα πιο επώδυνη από την αποδοχή της ελάφρυνσης του χρέους». Παραδέχεται ωστόσο ότι μια τέτοια ασαφής δέσμευση ενδεχομένως να μη δώσει στον Αλέξη Τσίπρα το αντάλλαγμα που χρειάζεται για να πείσει την Κοινοβουλευτική του Ομάδα να στηρίξει τα νέα μέτρα που απαιτούνται.

Το Grexit και οι Αμερικανοί

Για τον Εμπραχίμ Ραχμπάρι της Citigroup, που εμπνεύστηκε (μαζί με τον Ουίλεμ Μπούιτερ) τον όρο Grexit το 2012, που ήταν κι αυτός παρών στο Μπαντ Χόμπουργκ, «δεν επίκειται καταστροφή, ούτε όμως και κάποια απόφαση που θα αλλάξει τα δεδομένα σε ιδιαίτερα θετική κατεύθυνση». Η ελληνική οικονομία χρειάζεται «ορατότητα [σχετικά με το χρέος] και ρευστότητα» για να αναπτυχθεί, τονίζει – και το άμεσο μέλλον δείχνει αβέβαιο και στα δύο αυτά μέτωπα. Μεταξύ άλλων, ο Ραχμπάρι θεωρεί ότι, λόγω της έλλειψης εμπιστοσύνης για την πολιτική σταθερότητα στην Ελλάδα και της απροθυμίας των πιστωτών να κινηθούν τολμηρά στο θέμα του χρέους, η ένταξη της Ελλάδας στο QE θα καθυστερήσει πολύ, «αν συμβεί ποτέ».

Εν τω μεταξύ, ο Νέιθαν Σιτς, μέχρι πρότινος υφυπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ με αρμοδιότητα για τις διεθνείς οικονομικές σχέσεις, ο οποίος έχει επίσης μετεγκατασταθεί στο Peterson, δεν βλέπει προοπτικές για ταχεία επίλυση του ελληνικού γόρδιου δεσμού: «Οπως και στο παρελθόν, οι διαπραγματεύσεις είναι πολύ πιθανό να παραταθούν και να φτάσουν ώς την τελευταία στιγμή», εκτιμά ο κ. Σιτς.

Η εξίσωση πλέον είναι ακόμα πιο σύνθετη, σημειώνει ο Αμερικανός οικονομολόγος, γιατί στους παράγοντες αβεβαιότητας έχει προστεθεί και η αμερικανική κυβέρνηση. «Η προηγούμενη κυβέρνηση [των ΗΠΑ] είχε συνεχή εμπλοκή» στην ελληνική υπόθεση, αναφέρει. «Η στάση της νέας κυβέρνησης, ακόμα και σχετικά με την πιθανότητα νέας χρηματοδότησης από το ΔΝΤ για την Ελλάδα, μένει να φανεί. Πολλοί από τους αξιωματούχους που θα συμβάλουν στη διαμόρφωση αυτών των πολιτικών δεν έχουν ακόμα διοριστεί».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ