ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η Αριστερά στη δεκαετία του ’80: ενσωμάτωση και αμηχανία

ΚΩΣΤΗΣ ΚΑΡΠΟΖΗΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Θα αναγνωριστεί και θα ’ναι ντάλα μεσημέρι». Η μνημειώδης αποστροφή του γηραιού βουλευτή του ΚΚΕ Κώστα Λουλέ για την αναγνώριση της ΕΑΜικής αντίστασης συμπυκνώνει τις συσσωρευμένες προσδοκίες της ελληνικής Αριστεράς στα πρώτα χρόνια της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας.

Το μεσημέρι ήρθε με την είσοδο της χώρας στη δεκαετία του 1980. «Η Ελλάδα στρέφεται αριστερά», ήταν το πρωτοσέλιδο του Time, με τη μορφή του Ανδρέα Παπανδρέου να δεσπόζει και την επίγνωση όλων ότι η κομμουνιστική Αριστερά διεκδικούσε, με τις οργανωτικές της δυνατότητες και το ιστορικό της φορτίο, πρωταγωνιστικό ρόλο στις εξελίξεις. Το νέο κοινωνικό συμβόλαιο περιλάμβανε κάτι απλό και ταυτόχρονα συγκλονιστικό: την οριστική κατάργηση του ελέγχου του κράτους και των μηχανισμών του από μία παράταξη, τη Δεξιά. Οσο και αν το σημερινό μάτι εστιάζει στις επιμέρους στιγμές της δεκαετίας του 1980, εκεί εδράζεται η μεγάλη τομή της εποχής.

Απέναντι σε αυτή τη μεταβολή, το κομμουνιστικό κίνημα αποδείχθηκε αμήχανο. Το πολιτικό φορτίο της Αριστεράς στηριζόταν στο ένδοξο παρελθόν της και από εκεί αντλούσε, έως εκείνη τη στιγμή, τα καύσιμα της κοινωνικής της αναπαραγωγής. Η αναγνώριση της ΕΑΜικής αντίστασης, η ένταξη των δημιουργών, καλλιτεχνών και διανοουμένων της Αριστεράς στους κρατικούς μηχανισμούς, ο εκδημοκρατισμός της καθημερινότητας και οι αναδιανεμητικές πολιτικές των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ φάνταζαν να ανταποκρίνονται στα όσα ζητούσε η Αριστερά ήδη από τη δεκαετία του 1950. Ολη η λογική της μετεμφυλιακής Αριστεράς είχε στηριχτεί στο αίτημα της πολιτικής ομαλοποίησης και της κοινωνικής της αποδοχής. Αυτό πλέον είχε συμβεί.

Την ίδια στιγμή, η Αριστερά διεκδικούσε την κατάκτηση της εξουσίας στο μικρο-επίπεδο. Η εναγώνια προσπάθεια για τον έλεγχο συλλόγων και θεσμών, από τους περίφημους εξωραϊστικούς της γειτονιάς και τα ερασιτεχνικά αθλητικά σωματεία έως τα επαγγελματικά επιμελητήρια και τις πρυτανικές αρχές, αντανακλούσε ένα σχέδιο στο οποίο οι επιμέρους αυτοί κρίκοι θα προοικονομούσαν την είσοδο της Αριστεράς στο πεδίο άσκησης της κεντρικής πολιτικής εξουσίας. Το αποτέλεσμα ήταν πενιχρό. Η αριστερή διαχείριση έγινε το συνώνυμο μιας μάχης συμβολισμών. Οι «κόκκινοι» δήμοι, για παράδειγμα, επιδίδονταν στη μετονομασία οδών ή στην οργάνωση εορτασμών για τον αφοπλισμό, δίχως να μπορούν να προτείνουν ένα διαφορετικό οικιστικό σχέδιο ή μορφές οργάνωσης της καθημερινότητας των πολιτών που θα υπερέβαιναν τα δοκιμασμένα. Αφυδατωμένη από κάθε στοιχείο πειραματισμού, η ελληνική Αριστερά αποξένωσε τα νέα κοινωνικά κινήματα και περιορίστηκε σε μια διαχείριση που ελάχιστα ίχνη άφησε μέσα στον χρόνο. Μια βόλτα στις πάλαι ποτέ «κόκκινες» γειτονιές της Αθήνας προσφέρει την πιο χειροπιαστή απόδειξη για αυτό.

Το τέλος της δεκαετίας βρήκε την Αριστερά εξουθενωμένη. Τα καύσιμα του παρελθόντος είχαν εξανεμιστεί, η κρίση του υπαρκτού σοσιαλισμού συμπαρέσυρε όλες τις εκδοχές του κομμουνιστικού κινήματος και η εμπειρία της «κόκκινης» διαχείρισης έδειξε τη θεωρητική και πρακτική αδυναμία μιας εναλλακτικής στρατηγικής για την καθημερινότητα των πολλών.

Η ενσωμάτωση της Αριστεράς στο πολιτικό παιχνίδι έχει αποτιμηθεί ως μια μεγάλη επιτυχία της ελληνικής μεταπολίτευσης. Και προφανώς αυτό ισχύει. Ταυτόχρονα όμως η ενσωμάτωση αυτή είχε ένα σημαντικό τίμημα. Η Αριστερά αποτίναξε τη φιλοδοξία του να αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού και περιορίστηκε στο να διεκδικεί μια καλύτερη θέση ανάμεσα στους παραδοσιακούς παίκτες. Οπως συχνά συμβαίνει, ύστερα από λίγο καιρό έμοιαζε να είναι ένας από αυτούς – και μάλιστα όχι αυτός που κερδίζει.

*Ο κ. Κ. Καρπόζηλος είναι ιστορικός και διευθυντής των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ