ΒΙΒΛΙΟ

Λόγος με απαρχή στον Καβάφη

ΝΕΝΑ ΚΟΚΚΙΝΑΚΗ

Ο Λουκάς Κούσουλας εκπροσωπεί μία από τις εκφραστικότερες ποιητικές φωνές όχι μόνον της γενιάς του, αλλά και ευρύτερα, της νεότερης ελληνικής ποίησης.

ΛΟΥΚΑΣ ΚΟΥΣΟΥΛΑΣ
Εν παραβολαίς
Ποίηση
εκδ. Τυπωθήτω, 2015
σελ.76

Χαμηλόφωνος, μακριά από την «πολλήν συνάφειαν του κόσμου» και τις «πολλές κινήσεις κι ομιλίες», ο Λουκάς Κούσουλας εκπροσωπεί μια από τις εκφραστικότερες ποιητικές φωνές όχι μόνο της γενιάς του αλλά και ευρύτερα, της νεότερης ελληνικής ποίησης. Η τελευταία του συλλογή με τίτλο «Εν παραβολαίς» αποτελεί εκλεκτό παράδειγμα «αρμονικού λόγου» που κατά τον Σεφέρη σηματοδοτεί «τον σύνδεσμο, τον ειρμό, την αντιστοιχία, την αντίθεση της μιας ιδέας με την άλλη, του ενός και του άλλου ήχου, της μιας και της άλλης εικόνας, της μιας και της άλλης συγκίνησης».

Ο Λουκάς Κούσουλας, που υπηρέτησε τη δημόσια εκπαίδευση, εμφανίστηκε στα γράμματα τη δεκαετία του ’50 με ποιήματα πρωτοδημοσιευμένα στο περιοδικό «Νέα Πορεία» της Θεσσαλονίκης. Ακολούθησαν περί τις δέκα ποιητικές συλλογές, όπως και μεταφράσεις (του Πλάτωνα και του Πλουτάρχου κυρίως), καθώς και δοκίμια που συνομιλούν με την παραβολή, το παραμύθι, τον αλληγορικό μύθο και την αυτοβιογραφία. Ενδεικτικοί τίτλοι: «Μετά τα φιλολογικά (1983, 2006)», «Ανθρώπους και κτήνη», «Για τα μαύρα μάτια», «Νέα Ποιήματα», «Φιλοσοφότερον και σπουδαιότερον», «Το βουνό», «Το πουκάμισο το θαλασσί», «Ο Μακρυγιάννης και το σκάνταλο», «Το φεγγάρι του Υμηττού και άλλα ποιήματα», «Και μόνος και μετά πολλών», «Ενθύμιον», «Θουκυδίδης Αθηναίος και Αμερικάνος ποιητής».

Στην πρόζα ο ποιητής προσέρχεται διατηρώντας έναν ποιητικό ρυθμό. Κατά κύριο λόγο ποιητής, βαθιά υπαρξιακός και επαρκέστατος αναγνώστης, ο Κούσουλας έχει μπολιάσει την ποίησή του, εκτός από τη θυμοσοφία και τον αυτοσαρκασμό, με τη γεωμετρική λιτότητα και την υψηλή εκφραστική αφαίρεση.

«Ο,τι μάλιστα μ’ ελύπησε περισσότερον είναι / του καλού Πλουτάρχου της εικόνος η έλλειψις./ Η φράση – όπως εκείνη της επιγραφής του Αλέξανδρου / αφήνοντας στον καιρό της / παντάπασι αδιάφορη τη Σπάρτη / θα πέρασε, φαντάζομαι, κι αυτή στον δικό της, 1809,/ εξίσου αδιάφορη, αδύναμη / ν’ ανακινήσει τυχόν σχόλια, εκτός, ίσως / κανένα μισό μειδίαμα / για τον αισθηματικό δάσκαλο. / Ελλειψις, κατάλαβες, της εικόνος / του καλού, άλλως, απλώς, Πλουτάρχου» («Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς»).

Στο ποίημα «Η πλατεία του Αϊ-Γιάννη» αφορμή γίνεται ο σολωμικός στίχος «τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι». Για τον ποιητή «Το κλειδί / ήταν η λέξη, το ενδοξότερον! / Κατάλαβα ξαφνικά / που όλα τ’ αναλαβαίνω, / τις ανεπάρκειες, τη δειλία μου, τις αστοχίες, / την πληθώρα μακάρι των αμαρτιών μου, / το κολαστήριο εδώ κι όπου να ’ναι /κατά κανένα όμως τρόπο / το άδοξον. Τέλος κι αρχή». Σπάνια συναντάμε τόσο σπαραχτική ειλικρίνεια και οξυδερκή αυτοανάλυση σε κείμενο κατά πάντα ποιητικό, του οποίου οι συνδυασμοί σε κάποιον άλλον δημιουργό θα σκότωναν ενδεχομένως την ποιητική ουσία. Παρόμοια και στο ποίημα «Του τραίνου, Γ΄» με το ξεκίνημα της «μαγικής μέρας των διακοπών» που φτάνει «τρικυμισμένη από εκατό σάλπιγγες» και μετατρέπεται σε εικόνες του όμορφου ταξιδιού, εκείνο το όνομα του σιδηροδρομικού σταθμού Καλαμπάκας γίνεται τελικά «το πιο όμορφο φιλμ το πιο πετυχημένο» μέσα σ’ εκείνα που τραβήχτηκαν εκείνο το «πολυτάραχο και πολυκύμαντο καλοκαίρι».

Τη συλλογή «Εν παραβολαίς» του Λουκά Κούσουλα χαρακτηρίζει το αναπάντεχα παιγνιώδες ύφος και ο προφορικός εν γένει λόγος που την απαρχή του έχει στον Καβάφη, όπως ομολογεί ο ίδιος ο ποιητής. Οσο για μας που είχαμε την τύχη να παρακολουθήσουμε τα μαθήματά του στη σχολή επιμόρφωσης (μαζί και τον ενθουσιασμό του όταν δίδασκε Σικελιανό, Καβάφη, Σεφέρη αλλά και Κάφκα), μπορούμε να δηλώσουμε για τη γραφή του πως λίγο διαφέρει από τη διδασκαλία του.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ