ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ*

Η Ευρώπη και το φάσμα του λαϊκίστικου νεοσυντηρητισμού

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Α​​ν σας έλεγαν πριν από 20 χρόνια πως θα ερχόταν μια μέρα που η Ευρώπη –συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας– θα κρατούσε την ανάσα της αναμένοντας το αποτέλεσμα των ολλανδικών εκλογών, μάλλον θα γελούσατε. Η ολλανδική πολιτική ζωή δεν αποτέλεσε ποτέ το βασικό θέμα συζήτησης των Ευρωπαίων, συχνά μάλιστα ούτε καν των Ολλανδών. Είναι προφανές πως το πολιτικό περιβάλλον έχει γίνει ιδιαίτερα ασταθές και οι ευρωπαϊκές ελίτ αισθάνονται ανησυχία.

Στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν ασκεί την ίδια γοητεία στους πολίτες συγκριτικά με το παρελθόν. Παντού εκδηλώνονται έντονα αισθήματα απαξίωσης και δυσφορίας έναντι των πολιτικών ελίτ και των αντιπροσωπευτικών θεσμών. Ολο και περισσότερο εμφανίζεται να μαστίζει τις φιλελεύθερες δημοκρατίες μια κρίση αντιπροσώπευσης, όπου ο πολιτικός κυνισμός, ο απομονωτισμός και αιτήματα για αυταρχικές λύσεις κερδίζουν έδαφος.

Ο πολιτικός κυνισμός έχει περιγραφεί από ειδικούς ως το αίσθημα έλλειψης εμπιστοσύνης προς τους πολιτικούς και το αντιπροσωπευτικό σύστημα. Οι έρευνες κοινής γνώμης διεθνώς δείχνουν πως πολλοί ψηφοφόροι αντιλαμβάνονται το πολιτικό προσωπικό ως μια βαθιά διεφθαρμένη ομάδα που εξαπατά τις κοινωνίες. Οι πολίτες αυτοί θεωρούν τις εκλογές ανούσια διαδικασία, ένα «πανηγύρι» – όχι μέθοδο λήψης δημοκρατικών αποφάσεων. Οσο περισσότερο κυνικοί είναι οι ψηφοφόροι, τόσο μικρότερη είναι η πιθανότητα να συμμετέχουν στις πολιτικές διαδικασίες και γενικότερα να είναι ενεργοί και ενημερωμένοι πολίτες. Είναι εξαιρετικά πιθανό να απέχουν από τις εκλογές ή να επιλέγουν συνειδητά γραφικούς υποψηφίους, λαϊκιστές που αυτοπροβάλλονται ως αντικατεστημένοι ή εξτρεμιστές προκειμένου απλώς «να τα κάνουν άνω-κάτω».

Ο,τι προσπαθούσαν τα καθιερωμένα κόμματα για χρόνια να εμποδίσουν να μπει από την πόρτα, εισβάλλει τώρα από το παράθυρο. Τα σύγχρονα λαϊκιστικά κόμματα, οι νέοι παρίες της πολιτικής, αυτοί οι ημιάγριοι των διαδικασιών του κοινοβουλευτισμού, απειλούν την ευρωπαϊκή σταθερότητα.

Από τα ρεύματα αμφισβήτησης του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, το πιο απειλητικό δεν είναι η εξτρεμιστική Δεξιά (π.χ. Χρυσή Αυγή) ούτε η λαϊκιστική Αριστερά (π.χ. Ποδέμος), αλλά η λαϊκιστική Δεξιά, όπως το κόμμα του Ορμπαν στην Ουγγαρία, του Βίλντερς στην Ολλανδία ή το AfD στη Γερμανία. Η τάση αυτή, που ο φιλόσοφος Π. Ταγκιέφ στο εξαιρετικό τελευταίο του βιβλίο «Ο εξτρεμισμός και τα είδωλά του» (εκδόσεις Επίκεντρο, μετάφραση-επιμέλεια Α. Πανταζόπουλος) προσδιορίζει ως παρεκκλίνουσα μορφή της Δεξιάς και όχι «φιγούρα του νεοφασισμού», συνίσταται από αντιμεταναστευτικά και αντιισλαμικά κόμματα. Ο εθνικισμός των κομμάτων αυτών, όπως γράφει ο Ταγκιέφ, είναι πάνω από όλα πολιτισμικός, έστω κι αν συνοδεύεται από κλίσεις προστατευτισμού.

Δεν απέχουμε πολύ από την αλήθεια εάν θεωρήσουμε πως είμαστε μάρτυρες της εμφάνισης ενός υβριδικού φαινομένου, που οι ρίζες του και το αξιακό του υπόβαθρο εντοπίζονται στη θατσερική κληρονομιά (εθνικισμός, συντηρητικές αξίες, ελεύθερη αγορά, μικρό κράτος, τάση προς αυταρχισμό) αλλά το ύφος του επηρεάζεται από τα λαϊκιστικά κινήματα της μεταψυχροπολεμικής εποχής. Αυτός ο έξαλλος νεοσυντηρητισμός είναι ικανός να συνομιλεί ταυτόχρονα τόσο με την παραδοσιακή Δεξιά όσο και με την άκρα Δεξιά. Η άνοδός του είναι αποτέλεσμα ενός συνόλου παραγόντων, ανάμεσα στους οποίους τα ζητήματα της ασφάλειας, της ταυτότητας και της οικονομίας κατέχουν εξέχουσα θέση και διαπλέκονται με αισθήματα απαξίωσης και αποξένωσης που νιώθουν οι πολίτες για το πολιτικό προσωπικό και τους πολιτικούς θεσμούς.

Στην Ελλάδα, τα σημάδια του προβλήματος είχαν κάνει την εμφάνισή τους αρκετά νωρίτερα από την οικονομική κρίση και το μνημόνιο. Ολοένα και περισσότερο γινόταν αντιληπτό ότι βιώναμε μια κρίση αντιπροσώπευσης, της οποίας τα χαρακτηριστικά σημάδια ήταν η απαξίωση των πολιτικών, των κομμάτων, των κυβερνήσεων και του Κοινοβουλίου.

Παρά την αριστερόστροφη πολιτική επιλογή της ελληνικής κοινωνίας κατά τα έτη 2012-2015, όποιος παρατηρεί προσεκτικά τις βαθιές τάσεις της ελληνικής κοινωνίας (όπως για παράδειγμα αποτυπώνονται στις έρευνες της διαΝΕΟσις για το «Τι πιστεύουν οι Ελληνες» ή σε άλλες έρευνες κοινής γνώμης) μπορεί να διαπιστώσει μια σαφή μετατόπιση προς νεοσυντηρητικές θέσεις, ιδιαίτερα σε κρίσιμα ζητήματα (ευρωσκεπτικισμός, αντιμετανάστευση, αντιισλάμ, οικονομικός φιλελευθερισμός), σε συνδυασμό με μια εντεινόμενη απαρέσκεια για το υπάρχον πολιτικό προσωπικό. Η αυξανόμενη δυσαρέσκεια για την Ευρωπαϊκή Ενωση ενισχύεται από τη φιλορωσική τάση στον πληθυσμό, που ναι μεν δεν εκπροσωπείται από κάποια ισχυρή πολιτική δύναμη, αλλά διαμορφώνει συνθήκες πολιτικής ζήτησης, που ενδεχομένως στο μέλλον να αλλάξουν τα πολιτικά δεδομένα.

Γενικότερα, η μετατόπιση της ελληνικής κοινωνίας προς ένα κράμα λαϊκιστικών και νεοσυντηρητικών αξιών (ένα είδος ελληνικού «τραμπισμού» θα λέγαμε) αποτελεί πρόκληση για τις κύριες πολιτικές δυνάμεις της χώρας. Το ερώτημα αν τα καθιερωμένα πολιτικά κόμματα θα καταφέρουν να ανταποκριθούν ή να μετασχηματίσουν τη ζήτηση αυτή, ή αν θα το κάνει κάποιος νέος πολιτικός φορέας, είναι ανοικτό.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ