ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και η ευρωπαϊκή ιδέα

ΕΥΑΝΘΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η 15η Σεπτεμβρίου 1983 ήταν μια σημαντική ημέρα για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Για πρώτη φορά, είχε κληθεί να απευθύνει ομιλία στην Ολομέλεια ο αρχηγός ενός κράτους-μέλους. Και αυτός ήταν ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Η παρουσία του Κωνσταντίνου Καραμανλή στο Ευρωκοινοβούλιο ήταν, ταυτόχρονα, μια μεγάλη στιγμή και για την Ελλάδα. Οι «πατέρες της Ευρώπης» δεν υπήρχαν πλέον και το άστρο του Ζακ Ντελόρ δεν είχε ακόμη ανατείλει. Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας εκλήθη στην Ολομέλεια ως ένα ευρωπαϊκό σύμβολο – ως ο ηγέτης που είχε επαναφέρει στη χώρα του τη δημοκρατία, την ασφάλεια της οποίας είχε έμπρακτα εναποθέσει στη συμμετοχή της στην Κοινότητα.

Κατά την ομιλία του, στην οποία έντονα φαίνονται οι επιρροές της σκέψης και του Κωνσταντίνου Τσάτσου, ο Καραμανλής δεν παρέλειψε, φυσικά, να αναφερθεί στην Ελλάδα, «που χάρισε στην Ευρώπη το όνομά της και πρόσφερε σ’ αυτή επί πολλούς αιώνες τον λόγο και το πνεύμα της», καθώς και στο συνεχιζόμενο τραύμα της Κύπρου. Σημείωσε όμως ότι θα ομιλούσε «περισσότερο σαν άνθρωπος που πιστεύει βαθύτατα στην Ευρωπαϊκή Ιδέα και λιγότερο σαν φορέας των σκέψεων της χώρας που εκπροσωπώ». Το κεντρικό ερώτημα που έθεσε ήταν απλό: «Θέλουμε ή δεν θέλουμε την Ενωση της Ευρώπης; […] Πρόθεσή μου είναι να ενθαρρύνω το κίνημα το ενωτικό, αποδεικνύοντας την αναγκαιότητα της Ενώσεως».

Ο Καραμανλής υπενθύμισε ότι, από την αρχή, από τη Συνθήκη της Ρώμης του 1957, στόχος ήταν η πολιτική ενοποίηση. Υπογράμμισε τα τεράστια επιτεύγματα της Κοινότητας στην κατοχύρωση της ειρήνης και της ευημερίας. Αλλά δεν δίστασε, παράλληλα, να επισημάνει την ανασταλτική επιρροή των «εθνικιστικών προκαταλήψεων» και του συντηρητισμού. Ηδη, «η καθυστέρηση της πολιτικής σε σχέση προς την οικονομική ενοποιητική πορεία […] όχι μόνο ανέστειλε την πορεία προς την Ενωση, αλλά συνετέλεσε και στην επιβράδυνση των επιδιώξεών μας στον ίδιο τον οικονομικό τομέα». Και η λύση που πρότεινε ήταν η επιτάχυνση της πορείας προς την πολιτική ενοποίηση: «Η γνώση του έσχατου τέρματος θα καταστήσει δυνατή την ασφαλή και ταχεία προσέγγισή του». Βασικός άξονας της σκέψης του, η ρήση του Μοντεσκιέ, στην οποία ρητά παρέπεμψε: «L’Europe n’est plus qu’une nation composée de plusieurs» (Η Ευρώπη είναι ένα έθνος που αποτελείται από περισσότερα).

Η λύση, επομένως, ήταν μια φυγή προς τα εμπρός, χάρη στην οποία η Ευρώπη θα επιβίωνε σε ένα σκληρό κόσμο. Ο Καραμανλής απέρριψε τις ενστάσεις των σκεπτικιστών, ως δείγμα της αδυναμίας τους να προσαρμοστούν στην ιστορική εξέλιξη: «Ο απομονωτισμός, τα δασμολογικά τείχη και η ανέφικτη αυτάρκεια είναι ιστορικά ξεπερασμένα στάδια οικονομικής και πολιτικής δράσεως και αποτελούν παθητική αντιμετώπιση των γεγονότων». Ακόμη πιο σκληρός, όμως, ήταν απέναντι στις πολιτισμικές επικλήσεις των ευρωσκεπτικιστών. Οι ανησυχίες τους «οφείλονται προφανώς σε σύγχυση. Παρασυρμένοι από τις διαφορές της επιφανείας, δεν βλέπουν την ενότητα του βάθους. Δεν βλέπουν τα κοινά συμφέροντα και τους κινδύνους που συνδέουν τους Ευρωπαίους. Λησμονούν την κοινή πολιτιστική τους παράδοση. Τη συγγένεια των ηθών τους. Και την ταυτότητα των μορφών της σκέψεώς τους». Επρόκειτο για μια επιλογή «μεταξύ προόδου και οπισθοδρόμησης». Με σαφήνεια, ο Καραμανλής έδειξε ότι δεν είχε τίποτε το κοινό με τον κόσμο των ευρωσκεπτικιστών. Δεν ήθελε να έχει.

Δεν θα γίνει αναφορά, εδώ, στις ειδικότερες προτάσεις που διατύπωσε ο Καραμανλής για τα προβλήματα εκείνης της εποχής. Αλλά η βασική του παρέμβαση σχετίζεται με τον πυρήνα των προβλημάτων του 2017. Και ήταν μια παρέμβαση που αφορούσε, τελικά, την ταυτότητα του ελεύθερου ανθρώπου. Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, διακοπτόμενος πολλές φορές από τα χειροκροτήματα των μελών του πρώτου εκλεγμένου Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, μίλησε ως Ελληνας και ως εκπρόσωπος του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ως ένας παγκοίνως αναγνωρισμένος, πλέον, εκφραστής του ευρωπαϊκού εγχειρήματος: «Μπορεί οι αντιδραστικοί να το πολεμήσουν. Μπορεί οι σκεπτικισταί να το επιβραδύνουν. Δεν μπορούν, όμως, να το ματαιώσουν, γιατί αποτελεί, όπως είπα, ιστορική επιταγή».

* Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ