Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Κώστας Σημίτης: Φωτίζοντας ένα ιστορικό παράδοξο

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Υπάρχει ένας Σημίτης για όλα τα γούστα. Υπάρχει ο «μητσοτακικός Σημίτης» – εκείνος που υποτίθεται ότι βάζει πλάτη στον πρόεδρο της Ν.Δ., επειδή συμπίπτουν στην εκτίμηση ότι οι εκλογές είναι μονόδρομος.

Ο «συστημικός Σημίτης» – εκείνος τον οποίο έχει ανάγκη ως εχθρό της μια κυβέρνηση που κερδοσκοπεί ακόμη σε αντισυστημικό βερμπαλισμό.

Υπάρχει και ο Σημίτης πασών των κεντροαριστερών συνιστωσών – αφού καθεμία, είτε τον διεκδικεί είτε σιωπηρώς τον αποστρέφεται, προσπαθεί να τον εγγράψει στο δικό της πλάνο.

Υπάρχει βέβαια και ο Σημίτης όπως αυτοσυστήθηκε προχθές: Ως ιδιώτης.

Η «μετάφραση» προηγήθηκε του σημιτικού λόγου. Οι μεταφραστές του προσπάθησαν να τον «τακτοποιήσουν» προληπτικά – με πρώτον τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, που πριν από τη συνέντευξη στον ΣΚΑΪ τον έχρισε «αρχιτέκτονα της καταστροφής», εμπλέκοντάς τον κιόλας σε σενάρια ανατροπής των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.

Θα περίμενε κανείς ότι ο πολυγραφότερος πρωθυπουργός της σύγχρονης ιστορίας δεν θα είχε αφήσει τόσα περιθώρια στους ερμηνευτές του. Αν σε κάτι επιδόθηκε ακούραστα στην αποστρατεία του ο Σημίτης, είναι στη σημιτολογία. Αφηγήθηκε με εξαντλητική σχολαστικότητα, όχι μόνο τα κυβερνητικά του πεπραγμένα, αλλά και την προσωπική του ζωή.

Ο πρώην πρωθυπουργός δεν έκατσε ποτέ σιωπηλός ούτε απέναντι στην τρέχουσα πολιτική. Δεν υπνωτίστηκε από τα θυμιάματα του ποιμνίου του. Ούτε μπήκε στην κορνίζα, που κρατούσαν έτοιμη ακόμη και χθες κάποιοι από το κόμμα του, για να τον απωθήσουν ως ανεπίδεκτο πολιτικού καταλογισμού στο ράφι των «εθνικών κεφαλαίων». Ο,τι ήταν να πει, το είχε ήδη πει. Οχι με κρυφοεπίσημες διαρροές. Αλλά με στυγνή –και πολυσέλιδη– κυριολεξία.

Είχε ξανά αρνηθεί να απολογηθεί ο ίδιος για όσους εκμεταλλεύτηκαν τη διακυβέρνησή του ως μέσο ιδιωτικού πλουτισμού.

Είχε ξανά εξηγήσει, με τις ίδιες ηχηρές παρασιωπήσεις των κομματικών του καταναγκασμών, γιατί δεν επέμεινε μέχρι τέλους στις μεταρρυθμίσεις που πίστευε, όπως το ασφαλιστικό.

Είχε ξανά και ξανά καταφύγει στη σοφιστική υπεκφυγή: «Και γιατί δεν έκαναν οι επόμενοι εκείνα που κατηγορούν εμένα ότι δεν έκανα;».

Ακόμη και η διάγνωσή του για την παρούσα συγκυρία –διατυπωμένη με τα εντελώς σημιτικά κράματα του νηφάλιου συναγερμού και της κυνικής αισιοδοξίας– είχε ήδη διατυπωθεί στις βασικές της γραμμές με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο. Με τη συντριπτική ετυμηγορία ότι «μας κυβερνούν άνθρωποι ανόητοι».

Κι όμως. Ακόμη κι αν είχαν όλα ειπωθεί, η τηλεοπτική εικόνα του Σημίτη ήταν αφ’ εαυτής ένα μήνυμα.

Ο τρόπος με τον οποίο φαινόταν ότι είχε καταστρώσει τις απαντήσεις του –οι σημειώσεις, τα διαγράμματα και η ευλάβεια με την οποία έμεινε on script– συνιστούσε τη σκηνική αναβίωση ενός λησμονημένου πολιτικού υποδείγματος.

Συνιστούσε έμμεση υπενθύμιση ενός τρόπου διακυβέρνησης που εκ των υστέρων φαίνεται σαν ιστορικό διάλειμμα. Σαν παρένθεση.

Η διακυβέρνηση Σημίτη είχε στην εποχή της ερμηνευτεί ως προϊόν της παρακμής του χαρίσματος. Ηταν η μετάβαση σε μια μεταηρωική δημοκρατία που, έχοντας ζήσει κι εξαντλήσει τα υπαρξιακά της δράματα, δεν είχε ανάγκη το χάρισμα. Είχε πια την πολυτέλεια να γίνει βαρετή. Να περάσει σε μια ρουτίνα διαχειριστική.

Η ρουτίνα δεν κράτησε πολύ. Το φρόνημα πήρε γρήγορα την εκδίκησή του από τη λογιστική. Ο πρωθυπουργός που ακόμη και πολλοί σύντροφοί του ανέχονταν περίπου ως πολιτικά ατάλαντο έδωσε τη θέση του στα καθαρόαιμα πολιτικά ζώα. Τα μπλοκάκια διαδέχτηκαν οι μαγικοί αυλοί.

Μόνο με την επανεμφάνισή του στη σκηνή, ο Σημίτης ξαναφωτίζει το 1996 ως ιστορικό παράδοξο. Η επικράτησή του δεν συνέχισε αυτό που προηγήθηκε. Ούτε η διακυβέρνησή του συνεχίστηκε από αυτό που ακολούθησε. Το ρεύμα που ηττήθηκε το ’96 ηττήθηκε μόνο προσωρινά. Και τώρα κυβερνά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ