ΒΙΒΛΙΟ

Η ιδιωτική ζωή του συγγραφέα τις Κυριακές

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΑΛΕΧΑΝΤΡΟ ΖΑΜΠΡΑ
Η ιδιωτική ζωή των δέντρων
μτφρ.: Αχιλλέας Κυριακίδης
εκδ. Ικαρος 2017

Το βιβλίο του Αλεχάντρο Ζάμπρα είναι μικρό και μεγάλο. Στην πραγματικότητα δεν είναι παραπάνω από 80 σελίδες, αν όμως κάποιος επιχειρήσει να μετρήσει τις σελίδες, θα διαπιστώσει πως είναι περισσότερες, και αν σκάψει λίγο, ίσως πέσει πάνω στο κόκαλο ενός κανονικού μυθιστορήματος, αν και ο Χιλιανός συγγραφέας μοιάζει ν’ αδιαφορεί για την κανονικότητα ή, έστω, φαίνεται πως προτιμά ν’ αφήσει το υπόλειμμα –το κρέας, το λίπος, το μεδούλι– για κάποιο άλλο μυθιστόρημα, που ίσως δεν γράψει ποτέ.

Η ιστορία είναι λεπτή σαν σύρμα: ο Χουλιάν φτιάχνει παραμύθια για την Ντανιέλα, την κόρη της γυναίκας του. Η γυναίκα του, η Βερόνικα, έχει καθυστερήσει να επιστρέψει εκείνο το βράδυ και μια απειλή απλώνεται μέσα στο βιβλίο καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης, όμως ο Χουλιάν, που είναι καθηγητής λογοτεχνίας και συγγραφέας της Κυριακής, αφού γράφει μόνο τις Κυριακές, συνεχίζει να γράφει το μυθιστόρημα που κρατάω στα χέρια μου και την ίδια στιγμή στα χέρια του: ένα βιβλίο τόσο μικρό που μπορεί να περάσει μέσα από μια χαραμάδα σαν φλουρί και να βγει εκεί που βρίσκομαι.

Την ώρα λοιπόν που διαβάζω την «Ιδιωτική ζωή των δέντρων» στο νοσοκομείο, περιμένοντας τη σύντροφό μου να ολοκληρώσει μια εξέταση ρουτίνας, ένα φορείο με πλησιάζει: ξαπλωμένος ένας νέος άντρας που μόλις έχει πάθει έμφραγμα. Η κοπέλα που τον συνοδεύει κρατά μια πλαστική σακούλα με ρούχα στο ένα χέρι και μια καλοκαιρινή παντόφλα στο άλλο. Μία μόνο, λες και το ταίρι της έχει χαθεί για πάντα. Μια μαύρη παντόφλα που κρέμεται από το χέρι της επειδή όλα κρέμονται από μια κλωστή πια.

Και μετά επιστρέφω στο διάβασμα και το μυθιστόρημα συνεχίζεται, με τον Χουλιάν να νανουρίζει τη μικρή Ντανιέλα με ιστορίες για δέντρα και τη Βερόνικα, που ίσως της έχει συμβεί κάτι τραγικό: ίσως έχει χαθεί στη λεωφόρο, ίσως ερωτοτροπεί.

Την ίδια στιγμή, η δίφυλλη πόρτα της καρδιολογικής μονάδας ανοίγει και οι δύο νοσηλευτές, με άδειο το φορείο, κατευθύνονται προς το ασανσέρ. «Πάμε για καφέ;» ρωτάει ο ένας τον άλλον, ενώ προηγουμένως έχει πει στη συνοδό του νεαρού να περιμένει στον διάδρομο ώσπου να τη φωνάξουν, σχεδόν την έχει φλερτάρει, επειδή είναι μια όμορφη ψηλή γυναίκα, το κορίτσι του ή η αδερφή του, που έχει σαν μοναδικό στήριγμα την παντόφλα, τη σακούλα, το κινητό της τηλέφωνο: σανίδες σωτηρίας σ’ ένα διάδρομο γεμάτο ανθρώπους με πονεμένες καρδιές.

Ξαφνικά ο διάδρομος του νοσοκομείου τέμνει τον διάδρομο του βιβλίου αφύσικα, φυσιολογικά, ενώ εγώ συνεχίζω την ανάγνωση (η σύντροφός μου δεν έχει τελειώσει ακόμα) και το μυθιστόρημα εξακολουθεί να γράφεται την ώρα που το διαβάζω και μπαίνει μέσα στη ζωή μου, στην ιδιωτική μου ζωή, βρίσκομαι μέσα στο μυθιστόρημα: ο Χουλιάν αναπολεί την παιδική του ηλικία, μια ρίψη ακοντίου στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1984 που μεταδίδονται από μια συσκευή τηλεόρασης σε μια φτωχογειτονιά του Σαντιάγο κι εγώ αναπολώ τη δική μου παιδική ηλικία, την ίδια χρονιά, τον τελικό του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος ποδοσφαίρου που βλέπω στη Σαρωνίδα, παρέα μ’ έναν φίλο μου που δεν ζει πια. Ο φίλος μου χάθηκε πράγματι στη λεωφόρο και δεν πρόλαβε να μεγαλώσει για να ερωτοτροπήσει αρκετά.

Ο Χουλιάν δεν εγκαταλείπει το μυθιστόρημά του, στο τέλος ονειρεύεται το μέλλον της Ντανιέλας, φαντάζεται πως κάποτε θα το διαβάσει, κι εγώ γράφω τούτο το άρθρο, μήπως κάποτε το διαβάσει ο γιος μου. Αυτό κάνουμε: προσφέρουμε μελλοντικές αναμνήσεις στα παιδιά μας.

Η γυναίκα του Χουλιάν δεν επιστρέφει μέσα στο βιβλίο, όμως η δική μου γυναίκα βγαίνει από την εξέταση και γυρίζοντας σπίτι, επηρεασμένος από το βιβλίο, της λέω: «Αυτό κάνουμε. Φτιάχνουμε μελλοντικές αναμνήσεις για τον γιο μας. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί». «Η εξέταση πήγε καλά», μου απαντά.

Το σύρμα σπάει, μα το βιβλίο συνεχίζεται.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ