ΕΛΛΑΔΑ

Μανωλάδα: Περιπετειώδης δικαίωση 42 εργατών γης

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Ενα από τα θύματα, μετά τους πυροβολισμούς επιστατών κατά αλλοδαπών, στις φυτείες φράουλας της Μανωλάδας τον Απρίλιο του 2013.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τον Απρίλιο του 2013, δύο ημέρες μετά τους πυροβολισμούς επιστατών κατά δεκάδων αλλοδαπών εργατών γης που διεκδίκησαν τα δεδουλευμένα τους σε φυτείες φράουλας της Μανωλάδας, ο δικηγόρος Βασίλης Κερασιώτης επισκέφτηκε τους τραυματίες στο νοσοκομείο. Μπανταρισμένοι και φοβισμένοι, κάποιοι δίσταζαν αρχικά να του μιλήσουν. Χθες, όμως, ένιωθαν δικαιωμένοι. Τέσσερα χρόνια μετά τα βίαια γεγονότα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε ότι οι μετανάστες ήταν θύματα καταναγκαστικής εργασίας και επιδίκασε αποζημίωση άνω των 500.000 ευρώ.

Σύμφωνα με την απόφαση, το ελληνικό κράτος απέτυχε να προστατεύσει τα θύματα, δεν διερεύνησε επαρκώς την υπόθεση και δεν τιμώρησε τους υπαίτιους. Για κάθε έναν από τους 42 μετανάστες από το Μπανγκλαντές που προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, το ελληνικό κράτος πρέπει να καταβάλει από 12.000 έως 16.000 ευρώ.

Το σύστημα εκμετάλλευσης ξένων εργατικών χεριών στην ευρύτερη περιοχή της Μανωλάδας ήταν γνωστό χρόνια προτού πέσουν οι πυροβολισμοί. Τη δεκαετία του ’80 οι ντόπιοι παραγωγοί καλλιεργούσαν 200 στρέμματα φράουλας. Το 2013 πλέον οι εκτάσεις τους ξεπερνούσαν τις 12.000 στρέμματα και ο ετήσιος κύκλος εργασιών έφτανε τα 95 εκατομμύρια ευρώ. Ολο και λιγότεροι συντοπίτες τους ενδιαφέρονταν για τη δουλειά. Από το 1987 και έπειτα όλο και λιγότεροι βουτούσαν τα παπούτσια τους στις λάσπες. Η φράουλα όμως απαιτούσε πολλά χέρια, συντονισμένα στη μηχανική κίνηση της συγκομιδής.

Το κενό καλύφθηκε από μετανάστες. Αρχικά από Βαλκάνιους, αργότερα Αιγύπτιους και στο τέλος με Μπανγκλαντεσιανούς, οι περισσότεροι εκ των οποίων βρίσκονταν παράτυπα στην Ελλάδα, χωρίς άδειες διαμονής. Ο αριθμός τους υπολογιζόταν τότε από ντόπιους σε 4.000 σε μια ακτίνα 50 χιλιομέτρων – χωρίς να υπάρχει όμως επίσημη καταγραφή. Αρχική σκέψη κάποιων παραγωγών ήταν οι εργάτες να στεγαστούν σε κοντέινερ, όμως δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν σχετικές άδειες από τις αρμόδιες αρχές. Παγιώθηκε έτσι μια κατάσταση άθλιων συνθηκών διαβίωσης και εργασιακής εκμετάλλευσης. Αρκετοί εργάτες ζούσαν στη σκιά των θερμοκηπίων, σε παραγκουπόλεις πλάι στην εθνική οδό Πύργου-Πατρών. Δεν είχαν πόσιμο νερό, παρά τρύπες στο χώμα που χρησίμευαν ως τουαλέτες. Εργάζονταν υπό τον φόβο της απέλασης. Σε ρεπορτάζ της στην περιοχή η «Κ», είχε συναντήσει και δύο ανήλικους εργάτες, κατά δήλωσή τους 12 και 14 ετών.

Η συμφωνία που είχαν κάνει ορισμένοι με εργοδότη της περιοχής ήταν για 22 ευρώ ημερομίσθιο που αντιστοιχούσε σε επτάωρη εργασία. Στην πράξη όμως δούλευαν από τις επτά το πρωί μέχρι τις επτά το απόγευμα. Οταν διαμαρτυρήθηκαν για να εισπράξουν χρωστούμενα μηνών, δέχθηκαν τα σκάγια τριών επιστατών.

Η είδηση έγινε γνωστή διεθνώς και αρκετές παραγγελίες φράουλας ακυρώθηκαν τις επόμενες ημέρες από τη Ρωσία.

Ελληνικό δικαστήριο αναγνώρισε ως θύματα 35 μετανάστες (στο ίδιο μέρος εργάζονταν και άλλοι που δεν είχαν περιληφθεί στη δικογραφία) και επιδίκασε αποζημίωση 43 ευρώ στον καθένα. Το Μεικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών με ομόφωνη απόφασή του όμως έκρινε ότι ο εργοδότης και οι επιστάτες ήταν αθώοι για την κατηγορία της εμπορίας ανθρώπων.

Οπως αναφέρει ο κ. Κερασιώτης, συντονιστής της νομικής υπηρεσίας του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες, το δικαστήριο είχε απορρίψει αιτήματα για προστασία των μαρτύρων και παρουσία ψυχολόγου κατά τη διάρκεια της δίκης. Ακόμη ο διερμηνέας των θυμάτων κατά τη φάση της προδικασίας κατέθεσε αργότερα ως μάρτυρας υπεράσπισης των κατηγορουμένων.

Δικηγόροι του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες, σε συνεργασία με τον νομικό Σάιμον Κοξ από την πρωτοβουλία Open Justice Initiave εκπροσώπησαν 42 εργάτες που προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κατά της απόφασης. «Νιώθουμε ότι έχει απονεμηθεί δικαιοσύνη», είπε χθες ο κ. Κερασιώτης.

Ενα χρόνο μετά τους πυροβολισμούς, η «Κ» είχε βρει στα ίδια φραουλοχώραφα μετανάστες να δουλεύουν και πάλι υπό άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Εκτοτε, κάποια από τα θύματα της επίθεσης αναζήτησαν δουλειά σε διάφορα μέρη της χώρας. Ταξίδεψαν στον Πύργο, στη Θεσσαλονίκη, σε νησιά των Κυκλάδων. Δεν ήταν εύκολο για όλους. Κάποιοι παρέμειναν χωρίς χαρτιά, καθώς μόνο οι 35 έλαβαν άδειες διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους. Τουλάχιστον δύο από όσους δούλευαν στον ίδιο παραγωγό επέστρεψαν στην πατρίδα τους.

Ο Μοχάμεντ Μαμούν, ένα από τα θύματα της επίθεσης, προσπάθησε στα χρόνια που μεσολάβησαν να φτιάξει τη ζωή του. Εργάζεται πλέον με νυχτερινό ωράριο στα πλυντήρια ξενοδοχείου της Αττικής και μαθαίνει εντατικά τον τελευταίο χρόνο ελληνικά. «Τώρα, η δουλειά είναι καλή», λέει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ