ΣΤΑΘΗΣ Ν. ΚΑΛΥΒΑΣ*

Μιμητές και καινοτόμοι

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Λ​​ίγες είναι οι αξίες που χαίρουν μεγαλύτερης προβολής όσο η καινοτομία. Η ικανότητα μιας κοινωνίας να προοδεύει και να αναπτύσσεται είναι άμεση συνάρτηση της καλλιέργειας της καινοτομίας. Δεν είναι εύκολη υπόθεση καθώς προϋποθέτει την ύπαρξη ισχυρών θεσμών που εγγυώνται την προστασία της. Παρότι ορισμένα αυταρχικά καθεστώτα κατόρθωσαν να παράγουν σημαντικές τεχνικές καινοτομίες χρησιμοποιώντας ένα συνδυασμό κατασταλτικών μεθόδων και ισχυρών γραφειοκρατικών δομών, όπως π.χ. η Ναζιστική Γερμανία ή η Σοβιετική Ενωση, η καινοτομία άνθησε κυρίως σε κοινωνικά περιβάλλοντα με φιλελεύθερα χαρακτηριστικά, όπου ένα κράτος δικαίου παρέχει αξιόπιστη νομική προστασία. Με τη σειρά της, η καινοτομία συμβάλλει στην οικονομική ανάπτυξη και την άνοδο του μορφωτικού επιπέδου, οδηγώντας έτσι και στην παράλληλη ανάπτυξη μιας κουλτούρας καινοτομίας, δηλαδή της γενικευμένης αντίληψης πως η καινοτομία είναι μονόδρομος επιτυχίας αλλά και προσωπικής ολοκλήρωσης.

Στον αντίποδα της καινοτομίας βρίσκεται η μίμηση που ανήκει στην κατηγορία των συμπεριφορών εκείνων που δεν χαίρουν καμιάς απολύτως εκτίμησης. Η μίμηση θεωρείται κατεξοχήν ένδειξη προσωπικής αδυναμίας και ετερονομίας. Οι άνθρωποι που μιμούνται αντί να καινοτομούν θεωρούνται δεύτερης κατηγορίας και συνήθως απαξιώνονται. Τη δεκαετία του ’60 και του ’70 ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένο το κλισέ των Γιαπωνέζων που αντέγραφαν τις τεχνικές καινοτομίες των Δυτικών κοινωνιών γιατί δεν μπορούσαν, υποτίθεται, να καινοτομήσουν.

Τα πράγματα είναι όμως πιο σύνθετα. Η μίμηση αποτελεί βασικό συστατικό της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Είναι αντικείμενο μελέτης σε πολλά πεδία όπως η ανθρωπολογία, η ψυχολογία, η εξελικτική βιολογία, η φιλοσοφία και η τέχνη. Εμπερικλείει μια μεγάλη γκάμα συμπεριφορών και θεωρείται απαραίτητο εργαλείο μάθησης αλλά και θεμέλιο για την οργάνωση της κοινωνικής συμπεριφοράς. Μάλιστα, όπως δείχνει και το παράδειγμα των Γιαπωνέζων, η μίμηση υπήρξε συχνά προϋπόθεση για την ανάπτυξη της καινοτομίας. Το καινούργιο δοκίμιο του Απόστολου Δοξιάδη «Λέγοντας και ξαναλέγοντας» είναι μια εξαιρετική ανάλυση για το πώς ακριβώς η μίμηση μπορεί να γονιμοποιήσει τη λογοτεχνία. Κακώς, λοιπόν, απαξιώνεται η μίμηση. Ορθότερο είναι να αντιμετωπίζεται ως συγγενής και παράλληλη έννοια της καινοτομίας.

Αφορμή για τις παρατηρήσεις αυτές είναι η διαπίστωση πως η ελληνική κοινωνία χαρακτηρίζεται από χαμηλά επίπεδα καινοτομίας και υψηλά επίπεδα μίμησης. Σύμφωνα με στοιχεία του Αμερικανικού Γραφείου Ευρεσιτεχνιών, η Ελλάδα βρίσκεται αρκετά χαμηλά ως προς τον αριθμό ευρεσιτεχνιών, χαμηλότερα από χώρες όπως η Ουγγαρία, η Μαλαισία ή η Αργεντινή. Στην ευρύτερη περιοχή μας, η χώρα που διακρίνεται είναι το Ισραήλ, γεγονός που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και τον οικονομικό δυναμισμό του. Προφανώς, η υστέρησή μας στην καινοτομία έχει άμεση σχέση με την κακή κατάσταση της παιδείας αλλά και την απουσία μεγάλων εταιρειών που επενδύουν στην έρευνα. Η κατάσταση αυτή δεν θα αλλάξει όσο η χώρα μας εξακολουθεί να απαξιώνει την παιδεία και την έρευνα και να θέτει προσκόμματα στις επενδύσεις.

Οσο άσχημα πάντως και να τα πηγαίνουμε με την καινοτομία, άλλο τόσο φαίνεται να είμαστε έξοχοι στη μίμηση, γεγονός που αποτελεί μόνιμο αντικείμενο σάτιρας και αυτοκριτικής. Ξεχωρίζει μάλιστα μια ιδιαίτερη μορφή μίμησης, της αντιγραφής συμπεριφορών από άλλες χώρες ή «ξενομανίας» (και εδώ πάντα θυμάμαι την «Ιταλίδα από την Κυψέλη»). Δεν γνωρίζω κατά πόσο η έφεσή μας στη μίμηση είναι ασυνήθιστη, καθώς δεν έχω υπόψη μου σχετικές έρευνες. Η αίσθησή μου είναι πάντως πως σε σχέση με άλλες χώρες όπου έχω ζήσει, η Ελλάδα έχει πράγματι μια έντονη ροπή προς τη μίμηση. Διεθνείς τάσεις διαδίδονται με μεγάλη ταχύτητα, ενώ οι μικρές επιχειρήσεις ακολουθούν κάποιες τάσεις με απίστευτη ταχύτητα.

Η ροπή αυτή δεν είναι απαραίτητα αρνητική. Σε πολλές περιπτώσεις είναι απλά ανώδυνη, ενώ σε άλλες λειτουργεί θετικά. Πάντα μου έκανε εντύπωση η ταχύτητα με την οποία η ελληνική κοινωνία επένδυσε συλλογικά και με αποκεντρωμένο τρόπο στην εκμάθηση ξένων γλωσσών. Η ροπή αυτή δείχνει μια ιδιαίτερα ανήσυχη, ευέλικτη και κινητική κοινωνία με έντονο το αισθητήριο της περιέργειας και της εξωστρέφειας, έτοιμη να ακολουθήσει νέες τάσεις, αλλά με μια προϋπόθεση: κανείς δεν θέλει να είναι αυτός που θα κάνει το πρώτο βήμα. Πρόκειται για το γνωστό «πρόβλημα της συλλογικής δράσης» και εξηγεί το παράδοξο μιας εν δυνάμει κινητικής κοινωνίας που τελικά παραμένει ακίνητη. Υποδεικνύει όμως και τη λύση, που δεν είναι ιδιαίτερη δύσκολη: δεν χρειάζεται να πειστεί για κάτι ολόκληρη η κοινωνία ή η πλειοψηφία της, αλλά οι ελάχιστοι που θα πάρουν το ρίσκο του πρώτου βήματος. Μόλις αυτό υλοποιηθεί με επιτυχία, θα ακολουθήσουν με ραγδαίους ρυθμούς όλοι οι άλλοι.

Κάπως έτσι, πιστεύω, θα ξαναγυρίσουμε στην περιβόητη και ακριβοθώρητη ανάπτυξη: ξαφνικά και με μεγάλη ταχύτητα. Αρκούν ορισμένες κομβικές κινήσεις υψηλού συμβολισμού (άμεση υλοποίηση μεγάλων επενδύσεων, επιβολή νόμου και τάξης, λίγες μεταρρυθμίσεις που να θεωρούνται γενικά αδύνατες) για να πειστούν οι λίγοι να κινηθούν προς νέες κατευθύνσεις και αμέσως θα ακολουθήσουν οι πολλοί μιμητές τους. Ετσι συνήθως αλλάζουν τα πράγματα ακόμη και όταν οι θεσμοί υστερούν αντικειμενικά.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ