ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Προηγούνται οι μεταρρυθμίσεις, και μετά το χρέος

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΩΚΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Οσο συνεχίζονται οι επιπλοκές στη διαπραγμάτευση για την τεχνική συμφωνία, τόσο το ζήτημα της βιωσιμότητας του χρέους περνάει σε δεύτερη μοίρα, αν και το ΔNT επιμένει ότι θα χρειαστεί επίσης μία δέσμευση των Ευρωπαίων σε περαιτέρω μέτρα ελάφρυνσής του προτού συμμετάσχει με χρηματοδότηση στο ελληνικό πρόγραμμα.

Η συζήτηση για το χρέος αναμένεται να καθυστερήσει, καθώς ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ Τζέρι Ράις κατέστησε σαφές την Πέμπτη ότι πρώτα θα πρέπει να συμφωνηθούν τα μέτρα για τις μεταρρυθμίσεις και μετά να εξετασθούν εκείνα για την ελάφρυνση του χρέους. Οπως είπε χαρακτηριστικά, «η ελάφρυνση του χρέους θα είναι συμπληρωματική σε αυτά». Eρωτώμενος εάν το θέμα του ελληνικού προγράμματος, συμπεριλαμβανομένου του χρέους, θα συζητηθεί κατά την Εαρινή Σύνοδο του ΔΝΤ, απάντησε ότι μέχρι στιγμής δεν γνωρίζει αν υπάρχει στην ατζέντα συγκεκριμένη συνάντηση για την Ελλάδα.

Μία μελέτη βιωσιμότητας του χρέους, ωστόσο, υπό τον πρώην διευθυντή Οικονομικής Πολιτικής του υπουργείου Οικονομίας της Γερμανίας, Γέρομιν Ζετελμάγερ, για λογαριασμό του ινστιτούτου Peterson, συντάσσεται περισσότερο με την ανάλυση του ΔΝΤ, καθώς εκτιμά ότι οι στόχοι για τη δημοσιονομική προσαρμογή και την ανάπτυξη δεν είναι ρεαλιστικοί με βάση την εμπειρική ανάλυση της διεθνούς εμπειρίας και με δεδομένη τη δημοσιονομική προσαρμογή που έχει ήδη γίνει στην Ελλάδα – και τη συρρίκνωση της οικονομίας που αυτή έχει προκαλέσει.

Σύμφωνα με τον κ. Ζετελμάγερ, τα μέτρα που έχουν ήδη συμφωνηθεί στο Eurogroup για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους θα πρέπει να φτάσουν σε «ακραία» σενάρια για να το καταστήσουν βιώσιμο. Εκτιμά δε ότι αυτό πιθανώς να μην είναι πολιτικά ή και τεχνικά εφικτό, καθώς μεταξύ άλλων υπολογίζει ότι θα σήμαινε παράταση των λήξεων των δανείων του EFSF μέχρι το 2080 ή και αργότερα, ενώ η οφειλή της Ελλάδας θα παρέμενε άνω των 100 δισ. για πολλές δεκαετίες. Ετσι, καταλήγει ότι θα χρειαστούν είτε περαιτέρω μέτρα ελάφρυνσης του χρέους ή επέκταση των προγραμμάτων στήριξης πέραν του 2018.

Στο πρώτο σενάριο, η μελέτη προτείνει επέκταση των μέτρων ελάφρυνσης του χρέους και στα διμερή δάνεια, ή τη μείωση του κόστους του δανείου του EFSF μέσω «δημιουργικών χρηματοδοτικών κινήσεων», που θα «κλειδώνουν» τα σημερινά χαμηλά επιτόκια. Οι συντάκτες της έκθεσης όμως φαίνεται να προτιμούν συνδυασμό μέτρων μείωσης του χρέους με συνέχιση της χρηματοδότησης μέσω του ESM, καθώς όπως γράφουν, «θα έσωζε χρήματα στην Αθήνα που θα δανειζόταν με χαμηλά επιτόκια και θα περιόριζε την ανάγκη για μεγάλη ελάφρυνση του χρέους», κάτι για το οποίο όμως παραδέχονται ότι δεν υπάρχει ισχυρή πολιτική βούληση ούτε στην Αθήνα ούτε στις άλλες πρωτεύουσες της Ευρωζώνης. Ετσι, αν δεν υπάρξει άλλο πρόγραμμα χρηματοδότησης μετά το 2018, προτείνουν ως εναλλακτική την παροχή περαιτέρω ελάφρυνσης του χρέους υπό την προϋπόθεση επίτευξης μιας σειράς διαρθρωτικών ή δημοσιονομικών στόχων που θα έχουν ορισθεί και θα εποπτεύονται για μια περίοδο 3-5 ετών. Οπως εκτιμούν, μία συμφωνία για ελάφρυνση του χρέους υπό προϋποθέσεις «θα μπορούσε να επιτρέψει και στις δύο πλευρές να κηρύξουν πολιτική νίκη», επιτρέποντας παράλληλα τη βιώσιμη επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές κεφαλαίων.

Αμερικανός αναλυτής δήλωσε στην «Κ» ότι δίνει μεγάλη προσοχή σε αυτή την έκθεση, καθώς προσφέρει περισσότερα στοιχεία από τις προηγούμενες για τις υποθέσεις πάνω στις οποίες βασίζεται. Από την πλευρά του ο κ. Ράις υπεραμύνθηκε της στάσης του ΔΝΤ στη διαπραγμάτευση, τονίζοντας ότι ο ρόλος του είναι να εστιάζει στη σωστή οικονομική ανάλυση για ένα αξιόπιστο πρόγραμμα που να μπορεί να υποστηρίξει την ανάπτυξη. Εκτίμησε μάλιστα ότι όλοι οι θεσμοί εργάζονται με καλή θέληση για να προχωρήσει όσο γίνεται πιο γρήγορα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ