Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Μήπως τελικά τα πράγματα πάνε καλά;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΞΕΝΑΚΗΣ

Ξύπνησα νωρίς. Βρέθηκα σε ένα ζεστό κρεβάτι κάτω από καθαρά σεντόνια. Σηκώθηκα και τα πόδια μου με στήριξαν. Υπάκουσαν κάθε μου επιθυμία. Με πήγαν στο μπάνιο. Πάτησα το κουμπί κaι απόλαυσα το καθαρό νερό που έτρεχε άφθονο από τη βρύση. Μπήκα στην ντουζιέρα κι έκλεισα την τζαμένια πόρτα. Μέσα στο ντους δέσποζε η μυρωδιά του σαπουνιού - σου ’σπαγε κυριολεκτικά τη μύτη. Απόλαυσα το ζεστό νερό πάνω στο σώμα μου για αρκετή ώρα. Δεν υπάρχουν λέξεις για να περιγράψουν την αίσθηση. Εξω με περίμενε μια μαλακή πετσέτα πάνω στο καλοριφέρ. Τυλίχτηκα. Περπάτησα ξυπόλυτος και αυτή τη φορά τα πόδια μου με πήγαν μπροστά στο τζάμι. 

Κοντοστάθηκα. Οι σταγόνες στο εξωτερικό του μέρος δεν έμπαιναν μέσα. Τις έβλεπα να κυλάνε αργά και να ενώνονται μεταξύ τους σε απρόσμενα σταυροδρόμια. Απόλαυσα το θέαμα για λίγη ώρα. Είχα την πολυτέλεια. Διάλεξα ποια ρούχα θα φορέσω. Ανοιξα το ψυγείο. Εφτιαξα πρωινό κι έστυψα τρία ζουμερά πορτοκάλια. Απόλαυσα τον γλυκό χυμό μέχρι την τελευταία του σταγόνα. Ετοιμάστηκα για τις δουλειές μου κι έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Αυτή η πόρτα θα ξανανοίξει μόνο με το δικό μου κλειδί. Με τρόπο μαγικό. Κανένα άλλο κλειδί δεν μπορεί να την ανοίξει.

Τα πόδια μου αυτή τη φορά με πήγαν στο αυτοκίνητό μου. Ούτε εκατοστό λάθος. Ακριβώς εκεί που ήθελα. Κέντρο. Επέλεξα να μην πατήσω το κουμπί της μουσικής. Είχα κι εδώ επιλογή. Το μεσημέρι έκανα διάλειμμα, πήγα σε ένα ταχυφαγείο και παρήγγειλα μια όμορφη σαλάτα. Περιμένοντας χάζευα τον κόσμο. Τα μάτια μου έβλεπαν. Δεν βλέπουν όλα τα μάτια, ξέρετε. Είδα φάτσες χαρούμενες κι άλλες όχι τόσο χαρούμενες. Είδα ανθρώπους βιαστικούς κι άλλους λιγότερο βιαστικούς. Οπου κι αν κοίταζα έβλεπα πράγματα, όπου κι αν κοίταζα έβλεπα χρώματα. Η σαλάτα μου δεν άργησε. Ηταν σερβιρισμένη σε ένα καθαρό μπολ, με μπόλικο μαρούλι, νόστιμα κρουτόν, φρεσκοτριμμένο τυρί και θαλασσινά. Στοίχισε 5 ευρώ. Είχα 5 ευρώ. Τα έβγαλα από την τσέπη μου και πλήρωσα. Εχω και κινητό. Εστειλα μηνύματα, συνδέθηκα στο ίντερνετ, είδα τι γίνεται στον κόσμο. Το Facebook μου θύμισε τα γενέθλια ενός καλού φίλου. Του μίλησα μετά από καιρό. Χαρήκαμε κι οι δύο.

Το βράδυ γύρισα σπίτι μου. Πάλι έβλεπαν τα μάτια μου, πάλι με στήριζαν τα πόδια μου, πάλι έπιαναν τα χέρια μου. Ζω σε μια όμορφη, ηλιόλουστη χώρα. Εχουμε ειρήνη. Ξέρω ότι και αύριο το σπίτι μου θα είναι στη θέση του. Δεν θα το έχει ισοπεδώσει καμιά αδέσποτη βόμβα. Στη χώρα μου έχουμε δημοκρατία. Μπορώ να λέω ό,τι θέλω, όποτε θέλω κι όπου θέλω. Μπορώ να κυκλοφορώ και μετά τις 10 το βράδυ. Μπορώ να πάω να τρέξω, μπορώ να δω τηλεόραση, μπορώ να περπατήσω, μπορώ να διαβάσω, μπορώ να χασομερήσω. Μπορώ να δω έναν φίλο μου ή να μείνω μόνος. Μπορώ να χαμογελάσω, μπορώ να κάνω ό,τι θέλω. Εγώ επιλέγω.

Ξεκλείδωσα την πόρτα του σπιτιού μου. Το κλειδί έκανε και πάλι τη δουλειά του. Χωρίς να διαμαρτύρεται, χωρίς να με δυσκολέψει. Το ζεστό μου κρεβάτι με τα καθαρά σεντόνια ήταν εκεί που τα άφησα. Χθες δεν έλυσα τα προβλήματα της ζωής μου. Χθες δεν έκλεισε η δεύτερη αξιολόγηση, ούτε προχώρησε το Κυπριακό. Ηταν μια όμορφη μέρα. Στοίχημα ότι κι αύριο τα πόδια μου θα μου κάνουν όλα μου τα χατίρια. Μήπως τελικά τα πράγματα πάνε καλά; ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ