ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πλησιάζοντας κανείς το τρίπτυχο του «Κήπου των Επίγειων Απολαύσεων», στο Πράδο της Μαδρίτης και ξεκινώντας να παρατηρεί τις λεπτομέρειες, μια ερώτηση καρφώνεται επίμονα στο μυαλό: ποια πανίσχυρη, σχεδόν τρομακτική φαντασία γέννησε αυτές τις εικόνες; Τι είδους νους σχεδίασε και υλοποίησε αυτό τον απίθανο συνδυασμό πραγματικών και μυθικών όντων, μισή χιλιετία πριν; Φυσικά και ξέρουμε ποιος ήταν. Ο Ιερώνυμος Μπος ή «Εl Bosco», όπως τον αποκαλούν οι κάτοικοι της χώρας που φιλοξενεί το αριστούργημά του, θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες μορφές της βορειοευρωπαϊκής Αναγέννησης. Αυτό ωστόσο δεν εμποδίζει τα έργα του να είναι ακόμα και σήμερα μυστηριώδη, κρυπτικά και πεδίο σπουδής τόσο για μελετητές όσο και για... συναδέλφους του καλλιτέχνες. Στο ντοκιμαντέρ «Τα Μυστήρια του Ιερώνυμου Μπος», που προβάλλεται αυτή την εβδομάδα και στις ελληνικές αίθουσες, ο σκηνοθέτης Χοσέ Λ. Λ. Λινάρες αποκτά αποκλειστική πρόσβαση στον πίνακα, επιχειρώντας να μας βάλει λίγο βαθύτερα στον συναρπαστικό κόσμο του δημιουργού.

«Σε αυτό το φιλμ προσπαθώ να κατανοήσω τον πίνακα, να γνωρίσω τον Μπος, αυτή είναι η διαδικασία της εξερεύνησης, η οποία στο τέλος δίνει και μια ιδέα του τι σημαίνει ο πίνακας για εμένα. Την ίδια στιγμή ήθελα το φιλμ να λειτουργήσει ως ενδιάμεσος μεταξύ του έργου και του θεατή, να δώσουμε στο κοινό στοιχεία ώστε να εισέλθει στο μυστήριο, να το αντιμετωπίσει και τελικά να το απολαύσει. Είναι ωστόσο πραγματικά δύσκολο να φτιάξεις μια ταινία σχετική με κάποιο μεγάλο έργο τέχνης, χωρίς να εξοκείλεις στον διδακτισμό, το προφανές ή ακόμα χειρότερα, στο βαρετό. Γι’ αυτό και αποφάσισα να στηριχθώ στους “ώμους γιγάντων”: ιστορικών, μουσικών, εικαστικών, φιλοσόφων, συγγραφέων...» μας λέει χαρακτηριστικά ο κ. Λινάρες, ο οποίος έχει εντάξει στην ταινία του λογοτέχνες όπως ο Σαλμάν Ρούσντι και ο Ορχάν Παμούκ, τον μουσικό Λουντοβίκο Εϊνάουντι, τον ηδονιστή φιλόσοφο Μισέλ Ονφρέ κ.ά. Ταυτόχρονα, ο Ισπανός σκηνοθέτης έχει μεγάλη εμπειρία στο συγκεκριμένο είδος ντοκιμαντέρ, μιας και στο παρελθόν έχει δημιουργήσει άλλα 5 ντοκιμαντέρ με θέμα έργα του Πράδο.

Η ευεργετική διαίρεση

Με τη βοήθεια των παραπάνω καλλιτεχνών αλλά και ειδικών της ιστορίας της τέχνης, ο «Κήπος» σπάει σε κομμάτια και λεπτομέρειες, τα οποία παρουσιάζονται ξεχωριστά και ταυτόχρονα ως σύνολο, στη μορφή που τον συνέλαβε η φαντασία του καλλιτέχνη. Με τη συνδρομή μάλιστα της τεχνολογίας, το έργο σκανάρεται ηλεκτρονικά προκειμένου να αποκαλυφθούν τα προσχέδια και οι φάσεις της δημιουργίας του. Κι αν σε κάποιον άλλο καμβά αυτή η διαίρεση θα είχε μονάχα ακαδημαϊκό ενδιαφέρον, εδώ προσθέτει αληθινό βάθος, καθώς ο θεατής ανακαλύπτει λίγο λίγο, σαν κυνήγι θησαυρού, τους μικρούς «πίνακες μέσα στον πίνακα».

Ο «Κήπος», άλλωστε, ως τριπλή σύνθεση που απεικονίζει τον Παράδεισο, την επίγεια ζωή και την Κόλαση, περιέχει μέσα του τόσες πολλές μορφές και υπο-αφηγήσεις που κανείς αρχικά χάνεται αν προσπαθήσει να συλλάβει το σύνολο. Εκεί συνυπάρχουν άνθρωποι, ζώα, φυτά, κι ακόμα πλάσματα χιμαιρικά μαζί με τα πανταχού παρόντα κόκκινα φρούτα, σύμβολα του πειρασμού και τις αμαρτίας, που οδηγούν τους ανθρώπους στην πτώση. Ανάμεσα σε όλα τούτα, η κάμερα του Λινάρες ζουμάρει και περικλείει με την επιμονή αρχαιολογικής σκαπάνης: «Είμαι ένας περισσότερο συναισθηματικός αρχαιολόγος. Δεν με ενδιαφέρουν τόσο πολύ τα γεγονότα, οι ημερομηνίες κ.τ.λ.· φυσικά και τα χρειαζόμαστε για να πούμε την ιστορία του πίνακα και πρέπει να είμαστε ακριβείς, όμως νιώθω περισσότερο κάποιος που μεταδίδει τις ιδέες και τα συναισθήματα πίσω από κάθε ανακάλυψη», προσθέτει εκείνος σχετικά.

Αγκάλιασε τους πειρασμούς...

Ενα άλλο πολύ ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του «Κήπου των Επίγειων Απολαύσεων» είναι το πόσο οι εικόνες του συναρπάζουν τον σύγχρονο θεατή και ειδικά τους νεότερους ηλικιακά. Πεντακόσια χρόνια μετά τη δημιουργία του, ένα έργο τέχνης που υποτίθεται νουθετεί τους ανθρώπους ώστε να αποφεύγουν τους πειρασμούς, πετυχαίνει περισσότερο να προκαλέσει το βλέμμα και να οδηγήσει τον νου σε πιο... πονηρά μονοπάτια. Ο ίδιος ο δημιουργός του ντοκιμαντέρ δείχνει να το συνειδητοποιεί, ντύνοντας ένα κομμάτι του φιλμ με μια σέξι μελωδία της Λάνα Ντελ Ρέι: «Η σπουδαία τέχνη είναι πάντοτε μοντέρνα, ο πίνακας ήταν μοντέρνος όταν δημιουργήθηκε 500 χρόνια πριν και παραμένει το ίδιο και σήμερα, οπότε μπορεί άνετα να συνυπάρξει με ένα μοντέρνο τραγούδι όπως το “Gods and Monsters” της Λάνα Ντελ Ρέι. Hθελα να το κάνω αυτό, να φέρω δηλαδή τον πίνακα πιο κοντά στην εποχή μας».

Στην ίδια κατεύθυνση είναι επίσης χαρακτηριστική η «προτίμηση» των σύγχρονων θεατών στο κομμάτι της Κόλασης. Εκεί στο δεξί άκρο του τριπτύχου, όπου το σουρεαλιστικό χιούμορ συναντά τον εφιάλτη, με τους καταδικασμένους να υποφέρουν κάθε λογής βασανιστήρια, συνωστίζονται σήμερα οι περισσότεροι επισκέπτες του μουσείου. Κι αυτό όμως έχει την εξήγησή του: «Οι σημερινοί άνθρωποι πηγαίνουν πιο συχνά σε ροκ συναυλίες (οι Rolling Stones το 1967 κυκλοφόρησαν ένα άλμπουμ που λεγόταν “Their Satanic Majesties Request”) από ό,τι σε καθεδρικούς ναούς. Σε αυτούς η κόλαση μοιάζει πιο δραματική, στην κόλαση υπάρχει αλλαγή ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται. Τους αρέσει επειδή πλέον δεν πιστεύουν σε αυτή. Αντιθέτως, πιστεύουν ότι δεν υπάρχει καμία ενοχή, καμία τιμωρία. Για αυτούς η κόλαση είναι τόπος διασκέδασης».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ