ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Ο τελευταίος Βάιντα είναι... απλώς Βάιντα

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

O σπουδαίος αφαιρετικός ζωγράφος Βλάντισλαβ Στρεμίνσκι ανάμεσα στα έργα του, στο «Afterimage» του Αντρέι Βάιντα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το τελευταίο έργο ενός μεγάλου καλλιτέχνη προφανώς και δεν χαρακτηρίζει πάντα το σύνολο της προσφοράς του. Πολλές φορές είναι άνισο, υπερβολικά προσωπικό ή αποτελεί επανάληψη των προηγουμένων. Κάπως έτσι, και το «Afterimage» που προβάλλεται αυτές τις μέρες στις αίθουσες, τελευταία ταινία του σπουδαίου Αντρέι Βάιντα, είναι από εκείνες που δύσκολα κανείς θα κατέτασσε ανάμεσα στις κορυφαίες του Πολωνού auter. Κι όμως αυτό το φιλμ φέρει ακέραιες τις βασικές του αξίες, με συνέπεια που τείνει προς την αυτοαναφορικότητα: ασυμβίβαστα πολιτικοποιημένο, ειλικρινές σινεμά, με βάθος που πηγάζει αβίαστα μέσω της απλότητας των εκφραστικών του μέσων.

Η αφήγηση, που διατρέχει τα τελευταία χρόνια της ζωής (1949-1952) του Πολωνού αφαιρετικού ζωγράφου Βλάντισλαβ Στρεμίνσκι, τοποθετείται στην εποχή όπου η πατρίδα του Βάιντα στρέφεται για τα καλά προς το σοβιετικό πρότυπο, τόσο σε πολιτικό όσο και σε πολιτιστικό επίπεδο. Ο Στρεμίνσκι, πιστός στις καλλιτεχνικές πεποιθήσεις του, αρνείται να ασπαστεί τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό, με αποτέλεσμα αρχικά να τεθεί στο περιθώριο και στη συνέχεια να διωχθεί άγρια από το καθεστώς. Καθώς οι ενέργειες εναντίον του εντείνονται, μοναδικά στηρίγματα παραμένουν οι φοιτητές του, οι οποίοι και τον βοηθούν να ολοκληρώσει το σημαντικό ακαδημαϊκό του έργο «Θεωρία της Οπτικής» («Theory of Vision»).

Ο Βάιντα αφηγείται τα γεγονότα γραμμικά, ξεκινώντας από μια υπέροχη σκηνή στα λιβάδια, όπου ο δίχως χέρι και πόδι δάσκαλος (τα είχε χάσει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) μιλάει στους φοιτητές που τον παρακολουθούν με λατρεία. Η αρχική του εξήγηση περί της ζωγραφικής οπτικής των πραγμάτων εξελίσσεται σε βασικό άξονα γύρω από τον οποίο σχηματίζεται ολόκληρη η ταινία, καθώς ο Στρεμίνσκι αρνείται να δει τις πολιτικές εξελίξεις ως καθοριστικές για την πορεία της τέχνης του. Η γενναιότητα του καλλιτέχνη και η προσήλωση στις αρχές του εξισώνονται προφανώς με την ίδια την καλλιτεχνική αξία από τον Βάιντα, ο οποίος και ο ίδιος υπηρέτησε θαρραλέα και επί δεκαετίες το πολιτικό σινεμά που τον εξέφραζε. Ταυτόχρονα η ταινία λειτουργεί και ως κοινωνικο-πολιτικό πορτρέτο της εποχής, σε έναν τόπο που μετέβαινε τότε από τη μια ιστορική του φάση στην (πολύ διαφορετική) επόμενη.

Με αφορμή την προβολή του «Αfterimage», η Ταινιοθήκη σε συνεργασία με τη Weird Wave και την πρεσβεία της Πολωνικής Δημοκρατίας στην Αθήνα, διοργανώνει μέχρι την Τετάρτη 26/4 ένα μίνι αφιέρωμα στον Αντρέι Βάιντα, με μερικά φιλμ - ορόσημα της 60χρονης πορείας του στον κινηματογράφο. Επιπλέον στους χώρους της Ταινιοθήκης θα φιλοξενηθεί έκθεση σπάνιων φωτογραφιών, καθώς και μια συλλογή αφισών από σημαντικές ταινίες του σκηνοθέτη. Παράλληλα στον κινηματογράφο Αστορ παρουσιάζονται δύο αυτοπροσωπογραφίες του ιδίου μαζί με μια προσωπογραφία της πρώτης γυναίκας του και επίσης ζωγράφου, Γκαμπριέλα Ομπρέμπα.

Το βαρομετρο της εβδομαδας

Το «Ares: Κίνδυνος στο Παρίσι» μάς μεταφέρει στη δυστοπική Γαλλία του μέλλοντος, με τα 10 εκατομμύρια ανέργους και ένα αυταρχικό καθεστώς να καταπιέζει σχεδόν τους πάντες. Ο ταλαιπωρημένος λαός, που αμφιταλαντεύεται μεταξύ επανάστασης και οριστικής παραίτησης, βρίσκει το «όπιό» του στις μέχρι θανάτου συγκρούσεις (νομίμως) ντοπαρισμένων αθλητών, τις οποίες παρακολουθεί ζωντανά στην τηλεόραση. Τα πράγματα ωστόσο θα αλλάξουν όταν ένας βετεράνος αυτών των αγώνων, ο «Αρές», θα βρεθεί ξανά στο ρινγκ προκειμένου να υπερασπιστεί την οικογένειά του. Το γαλλικό θρίλερ έχει πολλές αρετές, με πρώτες τις σεναριακές ιδέες του: η άλλοτε κραταιά Γαλλία που βαδίζει σε ηθικό και πολιτικό τέλμα, επαναστατεί μόνο μέσα από ένα βίαιο παράδειγμα. Μοναδική –αλλά σημαντική– αδυναμία είναι πως αυτές οι φιλόδοξες ιδέες δεν στηρίζονται και από μια ανάλογου οικονομικού βεληνεκούς παραγωγή.

Ο σκηνοθέτης και συγγραφέας Ρασίντ Τζαϊντανί παρουσιάζει το «Μια βόλτα στη Γαλλία», ένα κλασικό road movie με δύο εκ διαμέτρου αντίθετους πρωταγωνιστές. Από τη μία ένας ανοικονόμητος ζωγράφος (Ζεράρ Ντεπαρντιέ), ολίγον ρατσιστής και συντηρητικός, και από την άλλη ο νεαρός ράπερ Φαρούκ, παιδί των παρισινών προαστίων, ορμητικός και γεμάτος όνειρα. Καθώς οι δυο τους διασχίζουν τη χώρα με τελικό προορισμό τη Μασσαλία, το ταξίδι τους λειτουργεί ως καμβάς που πάνω του ζωγραφίζεται η εικόνα της σύγχρονης Γαλλίας. Η ταινία κέρδισε το βραβείο Κριτικής Επιτροπής του 18ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου της Αθήνας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ