ΘΕΑΤΡΟ

«Στην Ελλάδα, πάσχουμε από “παραστασίτιδα”»

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

Η Εύρη Σωφρονιάδου και ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος πρωταγωνιστούν, με τον Σπύρο Βάρελη, στο «Δηλητήριο», που έκανε πρεμιέρα χθες στο Faust.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Εχω συνηθίσει τις πρεμιέρες και τις ντερνιέρες – το μόνο μου άγχος είναι οι ηθοποιοί να αισθάνονται ασφαλείς», είναι οι πρώτες λέξεις της Ρούλας Πατεράκη στην «Κ» για την παράσταση «Δηλητήριο», της Ολλανδής Λοτ Φέικεμανς, που έκανε πρεμιέρα χθες, 21 Απριλίου, στο θέατρο Faust.

Το «Δηλητήριο» είναι ένα σύγχρονο κείμενο που έρχεται από τη βόρεια Ευρώπη και έχει ήδη βραβευτεί σε Ολλανδία και Γερμανία. Η ιδέα του έργου ήταν της ηθοποιού και θεατρικής παραγωγού Εύρης Σωφρονιάδου, που συμμετέχει στον θίασο της παράστασης, μαζί με τον πολύπειρο Λάζαρο Γεωργακόπουλο και τον νέο ηθοποιό Σπύρο Βάρελη. Η μετάφραση ανήκει στο χειρουργικό χέρι της Αργυρώς Πιπίνη.

Στην παράσταση, Εκείνος και Εκείνη συναντιούνται δέκα χρόνια μετά, με αφορμή την ανακομιδή των λειψάνων αγαπημένου τους προσώπου. Αυτή η συνάντηση, σε ένα επαρχιακό και εγκαταλελειμμένο στην τύχη του ολλανδικό νεκροταφείο, είναι μια πρώτης τάξεως αφορμή για τους δύο πρώην συντρόφους να παίξουν το παιχνίδι της μνήμης, επιστρέφοντας στα πάθη και στον πόνο που κάποτε τους είχαν χωρίσει.

«Τα ευρωπαϊκά κείμενα είναι γεμάτα από τέτοιες συνθήκες και καταστάσεις. Η συμπλοκή που γίνεται στο “Δηλητήριο” δεν είναι πρωτότυπη, αλλά η συγγραφέας Λοτ Φέικεμανς παραδίδει ένα αριστουργηματικό ψυχογράφημα, κάθετο στην υπαρξιακή κατάσταση, και όχι οριζόντιο, όπως, ας πούμε συμβαίνει, με το αμερικανικό θέατρο», αναφέρει στην «Κ» η Ρούλα Πατεράκη. «Με τα μεσογειακά κείμενα δεν τα πάω πολύ καλά», συνεχίζει. «Αντιλαμβάνομαι καλύτερα τα πλάσματα της βόρειας Ευρώπης. Με ενδιαφέρει το βάθος των χαρακτήρων, όχι οι εικόνες – κάνω θέατρο, όχι σινεμά», συμπληρώνει.

Στο «Δηλητήριο», «με το εξειδικευμένο νυστέρι της γλώσσας της Φέικεμανς», οι χαρακτήρες οικοδομούνται έτσι ώστε να δομηθεί εις βάθος η κατάστασή τους – η μνήμη και το πώς εκείνη ξεβάφει στο παρόν. Η Ρούλα Πατεράκη, εξάλλου, παραμένει πιστή του κειμενικού και δραματικού θεάτρου. «Στην Ελλάδα, πάσχουμε από “παραστασίτιδα”, όπως την έχω ονομάσει. Οι ηθοποιοί πνίγονται στην εικόνα, εις βάρος του κειμένου, εις βάρος του χαρακτήρα του ήρωα», λέει η ίδια, ενώ προσθέτει: «Δεν αναφέρομαι στις περφόρμανς· εκείνες είναι ένα είδος τέχνης που πολύ το απολαμβάνω. Είναι, όμως, πιο κοντά στα εικαστικά και στις άλλες τέχνες, παρά στο θέατρο».

Στην ερώτηση της «Κ» για το πώς είναι να κάνει κάποιος θέατρο στην Αθήνα τού σήμερα, η Ρούλα Πατεράκη ακούγεται αμήχανη. «Δεν το έχω σκεφτεί και προτιμώ να μην απαντήσω. Ωστόσο, οι ανασφάλειες και η αμηχανία των ηθοποιών είναι αριστοκρατικής φύσης, δεδομένων των σκληρών συνθηκών στις οποίες είναι εγκλωβισμένη η ανθρωπότητα. Προσωπικά, δεν στενοχωριέμαι ποτέ για το θέατρο. Είτε βγάζω είτε δεν βγάζω χρήματα, θεωρώ τον εαυτό μου προνομιούχο. Πολλές φορές, από μέσα μου γελάω, συντροφικά και ειρωνικά ταυτόχρονα, όταν νιώθω το άγχος των ηθοποιών πριν από την παράσταση», αναφέρει.

Ωστόσο, η Ρούλα Πατεράκη έχει άποψη για το θεατρικό κοινό της χώρας. «Ο κόσμος δεν αντέχει πια τις μεγάλες παραστάσεις. Σε ιδανικές συνθήκες, το πολύ πολύ να αντέξει ένα τετράωρο έργο. Αυτό που επικρατεί, όμως, είναι οι παραστάσεις να διαρκούν από μία-μιάμιση έως δύο ώρες».

Η σκηνοθέτις και ηθοποιός, με την τεράστια εμπειρία και τις δαφνοστεφείς παραστάσεις, θεωρεί ότι το θέατρο διαθέτει «μια περίεργη παροντικότητα. Ο ηθοποιός έχει ανάγκη το κοινό και το τελευταίο έχει ανάγκη τον καλλιτέχνη. Είναι, όμως, εφήμερη η στιγμή της συνάντησής τους. Μετά την παράσταση, δεν υπάρχει τίποτα. Δεν είναι όπως το σινεμά. Ακόμη και η βιντεοσκόπηση των παραστάσεων γίνεται μόνο για αρχειακούς λόγους. Δεν μπορεί να αναπαρασταθεί η κοινή στιγμή που ζει ο ηθοποιός με το κοινό. Βλέποντας αρχειακό υλικό, για παράδειγμα, με τον Λόρενς Ολίβιε ή τον Αιμίλιο Βεάκη, νιώθουμε τη φήμη που ακολουθεί τους δύο σπουδαίους ηθοποιούς. Αυτό, όμως, που πρόσφεραν εκείνοι δεν χωράει σε δύο διαστάσεις».

​​«Δηλητήριο», θέατρο Faust, Καλαμιώτου 11. Από 21/4 έως 28/5, κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή, στις 21.00.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ