Τασούλα Καραϊσκάκη ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Ο καλύτερος σιγαστήρας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Δεν υπάρχει χειρότερος εχθρός από τη συνήθεια, που ξεπλένει και νομιμοποιεί και τα αδιανόητα. Και τα επεισόδια και τις καταστροφές, τις μολότοφ και τον πετροπόλεμο στις διμοιρίες των ΜΑΤ, με μεγάλες ή μικρές ζημιές (άλλοτε την «πληρώνουν» τα λεωφορεία, άλλοτε τα Ι.Χ. πολιτών, οι βιτρίνες επιχειρηματιών, τα κράσπεδα, τα μάρμαρα, οι στάσεις, οι κάδοι)· η αστυνομία δεν αλλάζει στάση, η κυβέρνηση δεν ασκεί δριμεία κριτική, δεν κάνει κάτι ώστε να εξασθενήσει η βεβαιότητα της ατιμωρησίας, να κατανοηθεί ότι η δημόσια περιουσία είναι κοινό κτήμα. Η ίδια στάση της απελπισμένης ημι-ανοχής τηρείται στο εμπόριο ναρκωτικών κάτω από τη μύτη των περαστικών, στην υπέρβαση γραμμένων και άγραφων κανόνων που δεν εμπεδώθηκαν ποτέ στη συλλογική συνείδηση γιατί έτσι εξυπηρετούνταν όλοι, στην κακοδιοίκηση, τις προμήθειες, τα χρυσοπληρωμένα δημόσια έργα, τη φοροδιαφυγή (τα μετρητά αποδημούν στην Εσπερία, τα «μαύρα» κυκλοφορούν ευρέως γιατί έτσι έρχεται πιο οικονομικά). Ενώ στα ενδότερα της διοίκησης πολλά μένουν ως είχαν και η κάστα –αν και συρρικνωμένη λόγω κρίσης– των ευνοουμένων από τη συναλλαγή με τους πελάτες/πολίτες, συνεχίζει το παμπάλαιο κερδοφόρο έργο της. Εξακολουθούμε να ισορροπούμε επιστρέφοντας στο γνώριμο έρμα. Το ρουσφέτι, την κρατικοδίαιτη ζωή. Τίποτα από αυτά δεν αποτελεί ατιμωτική πράξη, το «μαύρο» αλισβερίσι είναι ένα με τη ζωή.

Είναι αλήθεια ότι δεν ξεμπερδεύεις εύκολα με τα συνήθη κακώς κείμενα. Είναι αλληλένδετα με το σύστημα διακυβέρνησης, τη λειτουργία των θεσμών, τις κοινωνικές αξίες του τόπου. Με τον ΣΥΡΙΖΑ οι «εθνικές» συντεταγμένες δεν άλλαξαν καθώς δεν τροποποιήθηκαν τα σημεία που τις ορίζουν, και βρίσκονται βαθιά στο σώμα του κράτους. Εκεί όπου τα όποια, νέα, κομματικά κατεστημένα ακυρώνουν τις δεδηλωμένες προθέσεις για εξυγίανση, εκεί όπου δημιουργούνται νέες κάστες για την παροχή εκδουλεύσεων και προνομίων στα μέλη τους. Οι νυν κυβερνώντες βολεύτηκαν μέσα στην «ελληνική πραγματικότητα» των άλυτων θεμάτων και των χρόνιων πληγών. «Η συνήθεια είναι ένας πολύ καλός σιγαστήρας», έλεγε ο Σάμουελ Μπέκετ. Κάτω από το «έτσι είναι, δύσκολα τα πράγματα αλλάζουν» καλύπτεται η απροθυμία να πληγεί αυτό που μόνο για ορισμένους είναι ανομία. Ωστόσο, τίποτα μόνιμο, δεν είναι κι άψυχο. Η συνήθεια μπορεί να σβήνει τις κραυγές αλλά δεν εξαλείφει την ουσία, τα παράνομα, τα απαράδεκτα, τα παρανοϊκά, δεν μειώνει την παραπλάνηση, τη διπλοπροσωπία, την αδιαφάνεια, τους θεατρινισμούς, τα μυθολογήματα. Καμία επανάσταση των συνειδήσεων, καμία προετοιμασία για την εκπαίδευση στο νόμιμο και το μακροχρόνια επωφελές. Η αλλαγή δεν έχει εισαχθεί στα ελληνικά ήθη.

Η κυβέρνηση δεν δείχνει να γνωρίζει πώς να ορίσει την αποστολή της. Και πυκνώνει ο πολιτικός τυχοδιωκτισμός, οι εξαγγελίες σε γλώσσα καφενείου, οι εμπρηστικές προτάσεις και οι αφελείς ανασκευές, οι κούφιοι παλικαρισμοί, η ασημαντολογία, η μικρή σαφήνεια, το μικρό βάθος πλαισίου. Με αποτέλεσμα την αργή διάλυση μέσα στα αδιέξοδα, χωρίς βαλβίδες ασφαλείας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ