ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

«Θα υπερβούμε τον στόχο για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% και μετά το 2018»

ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΛΩΡΑ

Το αποτέλεσμα του 2016 έδωσε την κατάλληλη απάντηση σε εκείνους που συνεχώς ανακάλυπταν «δημοσιονομικά κενά» και ζητούσαν νέα μέτρα, αναφέρει στην «Κ» ο κ. Κουτεντάκης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Δεν ήταν μόνο το 2016. Η κυβέρνηση, όπως αναφέρει σε συνέντευξή του στην «Καθημερινή» ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Οικονομικών Φραγκίσκος Κουτεντάκης, προβλέπει ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα θα ξεπερνούν τον στόχο του 3,5% του ΑΕΠ από το 2018 και κατά τα αμέσως επόμενα χρόνια.

Ο ίδιος δεν αρνείται ότι τα πλεονάσματα έρχονται με κόστος, οικονομικό και κοινωνικό. Υποστηρίζει, πάντως, ότι το πέραν των στόχων πλεόνασμα θα μοιράζεται στην κοινωνία. Κατά την εκτίμησή του, οι προϋποθέσεις για να εφαρμοστούν τα αντίμετρα είναι εξασφαλισμένες. Περιμένει, άλλωστε, ότι σε λίγους μήνες το Ταμείο θα αναθεωρήσει τις προβλέψεις του για το 2018.

– Ποια θεωρείτε ότι είναι η σημασία της μεγάλης υπέρβασης του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα, που ανακοινώθηκε την Παρασκευή από την ΕΛΣΤΑΤ;

– Η σημασία του είναι προφανώς τεράστια: Δεν είναι μόνο το υψηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα που έχει πετύχει ποτέ η χώρα μας αλλά καταγράψαμε για πρώτη φορά στα χρονικά συνολικό πλεόνασμα, δηλαδή αποπληρώσαμε και τους τόκους του δημόσιου χρέους με δικούς μας πόρους. Αυτό δεν έχει ξανασυμβεί στο παρελθόν, συνεπώς δεν είναι υπερβολή να μιλάμε για ιστορικής σημασίας στόχο. Στείλαμε ένα ισχυρό μήνυμα, εντός και εκτός της χώρας, ότι η κυβέρνηση διαθέτει τόσο την πολιτική βούληση όσο και τη διαχειριστική ικανότητα να τηρεί τις δεσμεύσεις της και να υπερβαίνει τους στόχους της.

– Δεν αποτελεί και μια ένδειξη της υπερφορολόγησης και του «παγώματος» των δαπανών;

– Πράγματι δεν υπάρχει άλλος τρόπος να επιτευχθούν πλεονάσματα παρά μόνο αυξάνοντας τα έσοδα και μειώνοντας τις δαπάνες. Γνωρίζουμε ότι η δημιουργία πλεονασμάτων είναι μια επώδυνη διαδικασία με σημαντικό οικονομικό και κοινωνικό κόστος.

Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι τέτοιες περιοριστικές πολιτικές εφαρμόζονται από το 2010, αλλά μόνο η σημερινή κυβέρνηση κατάφερε να υπερκαλύψει τους δημοσιονομικούς στόχους για δύο συνεχείς χρονιές. Αυτό πιστεύω οφείλεται και στον πολιτικό προσανατολισμό στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος: Από την πλευρά των εσόδων, ένα σημαντικό μέρος της υπεραπόδοσης προήλθε από την αύξηση των ποσοστών εισπραξιμότητας, δηλαδή τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης. Οσον αφορά τις δαπάνες, δεν υπήρξε ποτέ «πάγωμα» αλλά αυστηρός έλεγχός τους και εφαρμογή των δημοσιονομικών κανόνων.

– Πόσο χρήσιμη σας φάνηκε στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης η επίδοση αυτή, δεδομένου ότι αποφασίστηκαν παρ’ όλα αυτά μέτρα 2% του ΑΕΠ για το 2019-2020;

– Πιστεύω ότι το αποτέλεσμα του 2016 έδωσε την κατάλληλη απάντηση σε εκείνους που συνεχώς ανακάλυπταν «δημοσιονομικά κενά» και ζητούσαν νέα μέτρα. Οπως φάνηκε, από τη στιγμή που έγινε αντιληπτό το ύψος του πλεονάσματος και ότι θα ξεπερνούσαμε ακόμα και τον «ανέφικτο» στόχο του 3,5%, άλλαξε και η απαίτηση των θεσμών: Επαψαν να ζητούν πρόσθετα μέτρα 2% και άρχισαν να ζητούν αλλαγή του μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής. Δηλαδή, συμφωνήθηκε να ληφθούν περιοριστικά μέτρα 2% και ταυτόχρονα να ληφθούν ισόποσα επεκτατικά μέτρα.

Τώρα αν θέλετε την προσωπική μου γνώμη, δεν καταλαβαίνω την επιμονή των θεσμών να αλλάξει ένα μείγμα δημοσιονομικής πολιτικής που αποδείχθηκε ιδιαίτερα αποτελεσματικό στην επίτευξη των στόχων.

– Το ΔΝΤ, πάντως, θεωρεί ότι σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα του 2016 οφείλεται σε προσωρινούς λόγους και εκτιμά ότι τα πλεονάσματα θα είναι κάτω από τον στόχο 3,5% του ΑΕΠ μετά το 2018, επομένως θα χρειαστούν μέτρα και όχι αντίμετρα...

– Πράγματι, δεν διευκρίνισε όμως ποιοι είναι αυτοί οι «προσωρινοί παράγοντες». Η δική μας εκτίμηση είναι εντελώς διαφορετική και στηρίζεται σε ρεαλιστικές υποθέσεις και αυστηρή μεθοδολογία. Και το κυριότερο, μέχρι σήμερα οι δικές μας προβλέψεις έχουν αποδειχθεί οι πλέον αξιόπιστες. Τέλος, το ΔΝΤ αναθεωρεί συχνά τις προβλέψεις του: Ειδικά για το 2016, τον Οκτώβριο προέβλεπε 0,1%, τον Φεβρουάριο 0,9% και τώρα 3,3%. Κάτι τέτοιο υποθέτω θα συμβεί σε μερικούς μήνες και με τις προβλέψεις για το 2018.

– Εκτιμάτε ότι θα έχουμε και φέτος υπέρβαση του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 1,75% του ΑΕΠ;

– Ο προϋπολογισμός του 2017 προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα 2% άρα ήδη αναμένουμε υπέρβαση του στόχου του 1,75%. Επιπρόσθετα, τα μέχρι σήμερα στοιχεία δείχνουν σημαντική υπεραπόδοση στα έσοδα του πρώτου τριμήνου. Αν αυτή η τάση συνεχιστεί μέχρι το τέλος του έτους θα έχουμε ακόμα μεγαλύτερη υπέρβαση.

– Τι πρωτογενή πλεονάσματα προβλέπετε για το 2018 και μετά στο πλαίσιο του μεσοπρόθεσμου προγράμματος;  Θεωρείτε ότι τα αντίμετρα θα εφαρμοστούν τελικά, με βάση τις προβλέψεις σας για τα πρωτογενή πλεονάσματα το 2019 και 2020;

– Η πρόβλεψή μας είναι ότι υπερβαίνουμε τον στόχο του 3,5% για όλα τα έτη από το 2018 και μετά, συνεπώς έχουμε εξασφαλίσει τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή των επεκτατικών μέτρων.

Δεν έχουμε φυσικά κανένα λόγο να πετύχουμε υψηλότερα πλεονάσματα από εκείνα που υπαγορεύουν οι δεσμεύσεις μας, άρα θα πρέπει να σχεδιάσουμε τις παρεμβάσεις εκείνες που οδηγούν στο συμφωνημένο πλεόνασμα και όχι πάνω από αυτό. Με άλλα λόγια, στα έτη που βλέπουμε υπεραπόδοση θα πρέπει να αυξήσουμε τις δαπάνες ή να μειώσουμε τους φόρους, ώστε να επιστρέψουμε στον στόχο.

– Το πρόβλημα των ληξιπρόθεσμων οφειλών διαιωνίζεται, όπως δείχνει η εκ νέου εκτίναξή τους στα 5 δισ. ευρώ περίπου, με 500 εκατ. ευρώ να έχουν προστεθεί τους πρώτους δύο μήνες του 2017. Εχετε κάποιο συγκεκριμένο στόχο μείωσής τους;

– Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές της γενικής κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων και των εκκρεμών επιστροφών φόρων, ήταν περίπου 6 δισ. τον Δεκέμβριο του 2015 και αυξήθηκαν κοντά στα 7,2 δισ. τον Ιούνιο του 2016. Τότε ξεκίνησε το πρόγραμμα εκκαθάρισης ληξιπροθέσμων που τα μείωσε στα 4,5 δισ. τον Δεκέμβριο του 2016.

Από τα σχεδόν 500 εκατ. της αύξησής τους στο πρώτο δίμηνο του 2017, τα 200 περίπου εκατ. προκύπτουν από τον ΕΟΠΥΥ και θα συμψηφιστούν με επιστροφές από παρόχους υγείας (clawback και rebate), άλλα 120 οφείλονται στην καθυστέρηση έγκρισης των προϋπολογισμών των νοσοκομείων και 130 προέκυψαν από τον επανυπολογισμό των οφειλών του ΤΠΔΥ, αναδρομικά από τον Οκτώβριο, και έγιναν ληξιπρόθεσμες τον Ιανουάριο. Εν ολίγοις, τα 450 από τα 500 εκατ. της αύξησης εξηγούνται πλήρως και δεν προκαλούν ανησυχία. Συνεπώς δεν πρόκειται για εκτίναξη αλλά για διαδικαστικά προβλήματα που θα επιλυθούν σχετικά αυτόματα τους επόμενους μήνες.

Στο επόμενο διάστημα αναμένουμε άλλα 3,5 δισ. περίπου από την ειδική χρηματοδότηση για την εκκαθάριση ληξιπρόθεσμων που θα μας παρέχουν την αναγκαία ρευστότητα να εξοφλήσουμε σχεδόν το σύνολο των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων μέχρι το τέλος του έτους.

Η χορήγηση της 13ης σύνταξης

– Θεωρείτε ότι ήταν τελικά σωστή η απόφαση για την 13η σύνταξη το 2016, της οποίας φέρεστε ως εισηγητής; Σας προβλημάτισαν οι αστοχίες που σημειώθηκαν, όπως φάνηκε από την περίπτωση του κ. Μπαλαούρα;

– Φυσικά και τη θεωρώ σωστή και δεν έχω ακούσει κάποια ουσιαστική αμφισβήτηση από πουθενά. Φάνηκε ότι δεν υπήρχε καμία απειλή για την επίτευξη των στόχων και –για όσους το κατάλαβαν– αυτό το ποσό δεν μπορούσε να δαπανηθεί εντός του 2017 γιατί θα επιβάρυνε το φετινό αποτέλεσμα. Η πιθανότητα να υπάρξουν αστοχίες, δηλαδή να λάβουν το επίδομα και κάποιοι που δεν το είχαν ανάγκη, ήταν γνωστή από την αρχή. Ωστόσο, κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις δεν απαξιώνουν τους πάνω από 1,5 εκατ. χαμηλοσυνταξιούχους που έλαβαν το συγκεκριμένο βοήθημα. Καταλαβαίνω, βέβαια, ότι η αντιπολίτευση προσπαθεί να το υποβαθμίσει ώστε να δικαιολογήσει την τραγική επιλογή της να μην το ψηφίσει. Η γνώμη μου είναι πως θα πρέπει κάθε υπεραπόδοση να επιστρέφεται με κάποιον τρόπο στην κοινωνία, με προτεραιότητα στους πιο αδύναμους. Αν αυτοί θα είναι οι χαμηλοσυνταξιούχοι ή κάποιοι άλλοι, είναι μια καθαρά πολιτική απόφαση που θα λαμβάνει κάθε φορά η κυβέρνηση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ