Μπάμπης Παπαδημητρίου ΜΠΑΜΠΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Πολιτικοί και υπερφορολόγηση

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οικονομία και κοινωνία συνεχίζουν το μακρύ ταξίδι προσαρμογής σε ρεαλιστικά και διαχειρίσιμα επίπεδα του τεράστιου κράτους που έχτισαν οι πολιτικοί όλων των παρατάξεων στην πλάτη των Ελλήνων φορολογουμένων κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο. Οι ξένοι (παρατηρητές, τεχνοκράτες, δανειστές, κυβερνητικοί και επενδυτές) περιμένουν με εξαντλούμενη υπομονή πότε επιτέλους θα πάρουμε τη σοφή απόφαση να απομακρυνθούμε από τη σισύφεια προσέγγιση των προβλημάτων μας.

Θα ήταν λογικό, στο τέλος μιας οκταετίας εντατικής δημοσιονομικής προσαρμογής, να έχουμε πλέον αντιληφθεί ότι η συνεχής αναβολή των μεταρρυθμίσεων κοστίζει πολύ ακριβότερα στους φορολογούμενους πολίτες και έχει πολλαπλάσια θύματα στην ευρύτερη κοινωνία. Ισως πάλι οι πολιτικοί μας να μη θελήσουν ποτέ να παραδεχτούν κάτι τέτοιο, αφού οι ίδιοι και τα στελέχη που δουλεύουν στα «κομματικά γραφεία» δεν προβληματίζονται για παρόμοια θέματα ούτε επικοινωνούν με τα τμήματα της κοινωνίας που υποφέρουν από την κρίση. Οι πολιτικοί μας ζουν για να απομυζούν το κράτος...

Αναμένεται λοιπόν αύριο η επικύρωση από την ευρωπαϊκή στατιστική υπηρεσία (Eurostat) των στοιχείων που ανακοίνωσε προχθές η Στατιστική Αρχή στην Αθήνα. Το κράτος το 2016, και για πρώτη φορά απ’ όσο μπορεί κανείς να θυμηθεί, εμφανίζει θετικό αποτέλεσμα στα λογιστικά βιβλία του! Πράγματι, η γενική κυβέρνηση κατόρθωσε να εισπράξει 1.288 εκατ. ευρώ περισσότερα από το σύνολο των δαπανών της, συμπεριλαμβανομένων δηλαδή των 5.649 εκατ. που πλήρωσε σε τόκους. Είναι, βεβαίως, προφανές ότι αυτό συνέβη επειδή η κυβέρνηση χρωστάει σε προμηθευτές και συνταξιούχους μεγάλα ποσά, αλλά η σύγκριση με το παρελθόν δεν αλλάζει κάτι στην ουσία, που είναι ότι το δημοσιονομικό ζήτημα της χώρας δεν αποτελεί πλέον ακανθώδη προτεραιότητα σε ό,τι αφορά την ετήσια διαχείρισή του. Εξάλλου, αν η κυβέρνηση δεν είχε επιχειρήσει, στη διάρκεια του 2015, τα πιο απίθανα σκαμπανεβάσματα, το ίδιο –και καλύτερο– αποτέλεσμα θα είχε επιτευχθεί πολλούς μήνες νωρίτερα.

Αυτό το τελευταίο παραμένει πραγματικό πρόβλημα, ακόμη και σήμερα. Ενώ όλα μοιάζουν να είναι στη θέση τους ώστε να κλείσει η δεύτερη αξιολόγηση, έστω 12 μήνες μετά την πρώτη, και να δρομολογηθεί η έξοδος από το τρίτο μνημόνιο, ούτε οι αγορές ούτε οι επικεφαλής των θεσμών ούτε καν οι εγχώριοι πολιτικοί ταγοί είναι σε θέση να διασφαλίσουν ότι ο Αλέξης Τσίπρας θα μείνει μέχρι τελευταία στιγμή πιστός στην οδηγία που έδωσε στο δίδυμο Τσακαλώτου - Χουλιαράκη, προκειμένου να έχουν όλα τελειώσει στη συνεδρίαση του Eurogroup της 22ας Μαΐου. Ηταν αυτός που ανέτρεψε, τουλάχιστον δύο φορές, Δεκέμβριο και Φεβρουάριο, μια σχεδόν κλεισμένη συμφωνία, επιδιώκοντας ένα κάποιο καλύτερο, για τον ίδιο, αποτέλεσμα.

Ολες αυτές οι καθυστερήσεις άφησαν το αρνητικό αποτύπωμά τους. Είναι τώρα πλέον προφανές ότι αν η κυβέρνηση είχε επιλέξει τη θετική φυγή προς τα εμπρός, η οικονομία θα είχε επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, διαψεύδοντας εντυπωσιακά παλαιότερες προβλέψεις όλων των διεθνών οργανισμών, αλλά και της ίδιας της κυβέρνησης. Υπενθυμίζω ότι οι προβλέψεις που έγιναν στην αρχή του τρίτου μνημονίου διαψεύστηκαν ευχάριστα: αντί ύφεσης 1,3% το ΑΕΠ του 2016 ήρθε στο 0,06% και μπορείτε να φαντασθείτε πόσο καλύτερο θα ήταν το αποτέλεσμα χωρίς τις κυβερνητικές υπαναχωρήσεις. Προφανώς, η ελληνική οικονομία, αν δεν είχαν μεσολαβήσει ο κ. Βαρουφάκης, η κυρία Ζωή Κ., το δημοψήφισμα, οι αριστερισμοί της πρώτης κυβέρνησης Τσίπρα, οι ακραίες απαιτήσεις Σόιμπλε στο τρίτο μνημόνιο και η απανωτή προσφυγή στις κάλπες, θα είχε επιτύχει πολύ καλύτερες επιδόσεις και από τις πολύ καλές προβλέψεις που είχαν γίνει στα τέλη του 2014. Πράγματι, παρ’ όλη την υπερφορολόγηση και τις απανωτές πληγές στην εμπιστοσύνη, η οικονομία κατόρθωσε να πληρώσει ένα τεράστιο ποσό φόρων, να συντηρήσει την καταναλωτική δαπάνη και να κρατήσει ζεστό το ενδιαφέρον για νέες επενδύσεις. Γι’ αυτό, το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης ισοδυναμεί με το τέλος του τρίτου μνημονίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ