Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Μόνο ΠΑΣΟΚ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σ​​το εξώφυλλο, μια φωτογραφία του αειμνήστου ηγέτη του ελληνικού σοσιαλισμού. Τον δείχνει να χαιρετάει με τη δεξιά υψωμένη μέσα από το παράθυρο ενός αυτοκινήτου το αόρατο πλήθος. Αυτό καρφώνει με το έντονο και σκεπτικά χαμογελαστό βλέμμα του. Το χαμόγελό του σχηματίζει στη βάση του προσώπου του, με το μακρύ πηγούνι του, το χαρακτηριστικό τρίγωνο με το οποίο τον απεικόνιζε στις γελοιογραφίες του ο Γιάννης Ιωάννου. Η εικόνα σε κάνει να βλέπεις και να ακούς το πλήθος το οποίο χαιρετάει. «Εμπρός Αντρέα για μια Ελλάδα νέα». «Λαός, ΠΑΣΟΚ, στην εξουσία». Πρέπει να είναι σχετικά νέος, ήδη με προχωρημένη φαλάκρα, ίσως λίγο πριν ή λίγο μετά τις εκλογές του ’81. «Ανδρέας Παπανδρέου, Μεγάλες προσδοκίες», είναι ο τίτλος του βιβλίου του Θάνου Βερέμη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

Διαβάζοντάς το τις προηγούμενες ημέρες και κατά τη συνήθειά μου κουβαλώντας το μαζί μου ακόμη και εκτός γραφείου, κάποια στιγμή έπιασα τον εαυτό μου να κρύβει ασυναίσθητα το εξώφυλλο. Είχε προηγηθεί έρευνα αγοράς. Πολλοί στο μετρό το κοιτούσαν με περιέργεια και κάποιος νοσηλευτής στο νοσοκομείο όπου είχα πάει να επισκεφθώ κοντινό μου πρόσωπο με ρώτησε αν το βιβλίο είναι της Μιμής. Του απάντησα όχι κι εκείνος πρόσθεσε, «καλά εκείνη έγραψε Ερωτόκριτο». Δυο-τρεις φίλοι, πριν δουν τίτλο και όνομα συγγραφέα με ρωτούσαν απορημένοι τι είναι αυτό; Γνωρίζοντας δε τη συμπάθεια και το ειλικρινές ενδιαφέρον που έχω για τον Αείμνηστο αναρωτήθηκαν γιατί το διαβάζω. Είχα ήδη φτάσει στα τελευταία κεφάλαια όταν αποφάσισα να επιδεικνύω το ουδέτερο οπισθόφυλλο αντί του εξωφύλλου με τη φωτογραφία. Πώς κάναμε στο σχολείο με το Playboy, ή παλιότερα με τα κόμιξ που τα έκρυβα στο βιβλίο με τις ασκήσεις γεωμετρίας;

Η μικρή «έρευνα αγοράς» ανέδειξε και την πρωταρχική δυσκολία που υποθέτω ότι αντιμετώπισε ο συγγραφέας. Πώς γράφεις την ιστορία ενός προσώπου το οποίο κυκλοφορεί ακόμη στον φαντασιακό ορίζοντα του παρόντος; «Αντρέα, ζεις, εσύ μας οδηγείς» φώναζαν μπροστά στα γραφεία του ΠΑΣΟΚ το βράδυ της εκλογής του Γιώργου Παπανδρέου το 2009. Πώς αποφεύγεις τον πειρασμό της ανεκδοτολογικής αφήγησης, ή της συμπάθειας και της αντιπάθειας που προκαλούν ακόμη και σε σένα τον ίδιο το πρόσωπο και οι αναμνήσεις; Το ζητούμενο δεν είναι η ουδετερότητα του αφηγητή, ή η αντικειμενικότητα της αφήγησης. Το ζητούμενο είναι η ακρίβεια της αποτίμησης, η εντιμότητα της γραφής.

«Μόνο ΠΑΣΟΚ», όλη η Ελλάδα είναι ΠΑΣΟΚ, η πασοκοποίηση της πολιτικής ζωής είναι κοινός τόπος. Το βέβαιο είναι ότι η προπασοκική Ελλάδα είναι διαφορετική από τη μεταπασοκική Ελλάδα. Και το ενδιαφέρον με το βιβλίο του Βερέμη είναι ότι, χωρίς να παραγνωρίζει τις κοινωνικές παραμέτρους, καταφέρνει να αναδείξει τη σχέση τους με την προσωπικότητα του Ανδρέα. Πώς το κατεστημένο «σύνδρομο της υποτέλειας» κατάφερε να γίνει «τέχνη της διεκδικητικής επαιτείας» χάρη στον λαοπρόβλητο ηγέτη και πώς αυτό μεταφράστηκε στον «συναισθηματικό αντιδυτικισμό», ο οποίος ακόμη και σήμερα προγραμματίζει τα αντανακλαστικά του συλλογικού μας ασυνείδητου; – (σε παρένθεση εκφράσεις του Βερέμη). Τον ζήσαμε με το περυσινό δημοψήφισμα. Ο αντιδυτικισμός οδήγησε στο συντριπτικό «Οχι». Ηταν όμως συναισθηματικός διότι, όπως αποδείχθηκε εν μια νυκτί, αδιαφορούσε παντελώς για το αντίκρισμα της χειρονομίας στην πραγματικότητα. Το «Οχι» έγινε «Ναι» χωρίς να χυθεί ούτε ένα δάκρυ.

Ολα άρχισαν στη δεκαετία του ’80; Παρακάμπτω τα οικονομικά και την ακρίβεια των αριθμών, καθώς και τη δημοσιονομική αμέλεια που χαρακτήρισε τον οικονομολόγο του Χάρβαρντ όταν έγινε πρωθυπουργός. Στο κάτω κάτω, αν οι καλοί οικονομολόγοι ήσαν και καλοί διαχειριστές της οικονομίας, τότε ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο θα ήταν οικονομολόγος. Και σημειώνω αυτό που αφορά την κοινωνική συμπεριφορά και ισχύει και σήμερα ακόμη. Για την ελληνική κοινωνία, η σχέση με την Ευρώπη είναι λογιστική. Λες και έχουμε να κάνουμε με αποκλειστικά οικονομικό συνεταιρισμό. Είναι μια γραμμή που τη χάραξε ο Ανδρέας από το 1981 όταν είπε ότι το κόστος εξόδου είναι μεγαλύτερο από το κόστος παραμονής στην ΕΟΚ. Τα υπόλοιπα, τα πολιτικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά της σχέσης τον άφηναν παντελώς αδιάφορο. Εξάλλου, ο ίδιος είχε χαρακτηρίσει τη Λιβύη του Καντάφι ως υπόδειγμα άμεσης δημοκρατίας. Και στην πρώτη, και πιο κρίσιμη για την ευρωπαϊκή πορεία της Ελλάδας, θητεία του ήταν σταθερά αντίθετος και με την πολιτική ενοποίηση και με το ενιαίο αμυντικό σύστημα της Ευρώπης.

Πώς εγκατέλειψε το «χαμόγελο του φιλελεύθερου» και μεταμορφώθηκε στον συνοφρυωμένο σχεδόν τριτοκοσμικό ηγέτη που χώριζε τον κόσμο σε «μητρόπολη και περιφέρεια» και τους Ελληνες σε «κατεστημένο και μη προνομιούχους»; Πώς κατάφερε να ταυτίσει τον «λαό» με τους μη προνομιούχους και να πείσει ότι αυτός και μόνον αυτός μπορεί να ενσαρκώσει τις επιθυμίες τους; Πώς ο ανασφαλής αστός που του άρεσε να περιστοιχίζεται από χαρακτήρες b-movie, ενώ δεν χώνεψε ποτέ του τον Σημίτη, κατάφερε να γοητεύσει προβάλλοντας το πλέγμα της «ριζοσπαστικής ασάφειας»; Μήπως η προσωπική ανασφάλεια, στα όρια του «αυτισμού», τον οδήγησε στην τυραννία της «μετριοκρατίας» την οποία επέβαλε στο περιβάλλον του πριν την αφήσει να διαβρώσει όλο τον κοινωνικό ιστό;

Η ελληνική κοινωνία, πάντως, ακόμη και σήμερα λειτουργεί με τους όρους που έθεσε ο Ανδρέας Παπανδρέου. Η μακρά περίοδος, που εγκαινίασε το 1981 με τον πάταγο του θριάμβου του, κλείνει τώρα με την Ελλάδα να ψυχορραγεί κάτω από τον πάταγο των ερειπίων της.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ