ΚΟΣΜΟΣ

Αποψη: Οι γαλλικές προεδρικές εκλογές: ρώσικη ρουλέτα;

ΧΛΟΗ ΑΝΝΑ ΒΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αν υπάρχει μία λέξη για να χαρακτηρίσει τις προεδρικές εκλογές στη Γαλλία είναι «αβεβαιότητα». Η αβεβαιότητα αυτή συνδέεται με διάφορες παραμέτρους, που τέμνονται και αλληλοενισχύονται.

Πρώτα απ’ όλα συνδέεται με την πρόκριση των υποψηφίων. Αναμέναμε οι εσωτερικές εκλογές των δύο κομμάτων εξουσίας της Δεξιάς και των σοσιαλιστών να αναδείξουν τον Juppé και τον Valls. Αντ’ αυτών η εκλογική βάση εξέλεξε τους Fillon και Hamon. O πρώτoς σηματοδoτεί τη συνέχιση του «σαρκοζισμού» και υποστηρίχθηκε από τον σκληρό πυρήνα των δεξιών ψηφοφόρων. Ο δεύτερος αντιπροσωπεύει την αριστερή πτέρυγα των σοσιαλιστών, που αποτελεί ένα μειοψηφικό ρεύμα μέσα στο κόμμα. Ως εκ τούτου, ο Hamon δεν υποστηρίζεται από τους καθεστωτικούς του κόμματός του, κάτι που εξηγεί και τη στήριξη του Macron από τον Valls.

Η αβεβαιότητα σχετίζεται επίσης με το πρωτόγνωρο ποσοστό αναποφάσιστων – το 31% με 34% των ψηφοφόρων δεν γνώριζε λίγα 24ωρα πριν ποιον θα ψηφίσει. Η αναποφασιστικότητα αυτή συνδέεται με την απαξίωση της καθεστηκυίας πολιτικής τάξης (φαινόμενο που δεν συναντάται μόνο στη Γαλλία) και εκφράζεται στη γαλλική κοινωνία με τον νεολογισμό «le dégagisme». Σχετίζεται επιπλέον με το σκάνδαλο Fillon που ξέσπασε κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας και απομάκρυνε πολλούς ψηφοφόρους της Δεξιάς από τον επίσημο υποψήφιό τους. Τέλος, συνδέεται με την εμφάνιση του υποψηφίου Macron, που εκφράζει το κίνημα «ούτε αριστερά ούτε δεξιά» και αντλεί ψήφους τόσο από δεξιούς που έστρεψαν την πλάτη τους στον Fillon όσο και από τους πιο φιλελεύθερους σοσιαλιστές.

Αυτή η αβεβαιότητα αντικατοπτρίζεται στην ασάφεια της πολιτικής σκακιέρας, όπου η διάκριση μεταξύ υποψηφίων γίνονται θολή. Δύο δεξιοί υποψήφιοι πρώτα: ένας ρεπουμπλικανός αποδυναμωμένος από τα σκάνδαλα (Fillon) και μία εθνικολαϊκίστρια που έχει αφιερωθεί εδώ και χρόνια στο να αλλάξει το εξτρεμιστικό και αντιδημοκρατικό προφίλ που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα της και πρώην αρχηγό του ακροδεξιού κόμματος (Le Pen). Δύο αριστεροί υποψήφιοι στη συνέχεια. Ενας σοσιαλιστής που εκπροσωπεί τη μειοψηφική αριστερή πτέρυγα του κόμματος και επιβαρύνεται με το βάρος πέντε χρόνων απογοητευτικής διακυβέρνησης του Hollande και ένας εκπρόσωπος της Ακροαριστεράς, που δεν έχει ασκήσει ποτέ εξουσία και παρουσιάζεται ως ο μόνος ικανός να φέρει την αλλαγή και να υπηρετήσει τις «πραγματικές» αξίες της Αριστεράς. Η ασάφεια της πολιτικής σκακιέρας σχετίζεται λοιπόν με τη φθορά και την απαξίωση των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας (PR και PS) από τη μία πλευρά και την επιδίωξη νομιμοποίησης και αλλαγής του πολιτικού συστήματος από τα ακραία κόμματα (FN και LFI), που επιδιώκουν να γίνουν χαλίφηδες στη θέση των χαλίφηδων, από την άλλη. Αυτός ο διπλός δυϊσμός θρέφει τον τρίτο πόλο της ασάφειας με την εμφάνιση του νέου ενδιάμεσου χώρου «ούτε αριστερά ούτε δεξιά» που καταλαμβάνει το νέο κίνημα «Εμπρός!» του Macron.

Τα αποτελέσματα των εκλογών του πρώτου και του δεύτερου γύρου γίνονται υπό τις παρούσες συνθήκες πολύ αβέβαια. Ο ψηφοφόρος της κεντροδεξιάς έχει την επιλογή μεταξύ τού να κλείσει τα μάτια στο σκάνδαλο Fillon και να ψηφίσει για το κόμμα της παραδοσιακής Δεξιάς ή να πειστεί από το φιλελεύθερο τμήμα του προγράμματος Macron. Τείνει προς το παρόν στη δεύτερη επιλογή. Ο ψηφοφόρος της σκληρής Δεξιάς έχει την επιλογή μεταξύ τού να κλείσει τα μάτια στο σκάνδαλο Fillon και να ψηφίσει για το κόμμα της παραδοσιακής Δεξιάς ή να κατευθυνθεί προς τη Le Pen. Φαίνεται να μοιράζεται μεταξύ των δύο επιλογών. Ο σοσιαλιστής ψηφοφόρος μπορεί να επιλέξει ανάμεσα στην υποστήριξη του κόμματός του, ανεξάρτητα από το αν ο Hamon δεν εκπροσωπεί παρά τη μειοψηφική αριστερή πτέρυγα των σοσιαλιστών, να ψηφίσει για την αριστερά της Αριστεράς που εκπροσωπεί ο Mélanchon, ή να πειστεί από το κοινωνικό τμήμα του προγράμματος Μacron. Τείνει περισσότερο προς τη δεύτερη και την τρίτη επιλογή.

Οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων εβδομάδων αντικατοπτρίζουν την κατάσταση αυτή: Η Le Pen φερόταν στην πρώτη ή τη δεύτερη θέση (23% έως 24%) και υποστηρίζεται από τους πολύ κινητοποιημένους υποστηρικτές της αλλά και από ένα μέρος των απογοητευμένων ψηφοφόρων του σκληρού δεξιού πυρήνα. Ο Macron τοποθετούνταν στην πρώτη ή τη δεύτερη (22%-25%) και υποστηρίζεται από ένα μέρος των ψηφοφόρων της Κεντροδεξιάς και ένα σημαντικό μέρος των σοσιαλιστών ψηφοφόρων. Ο Fillon ακολουθεί στην τρίτη ή τέταρτη θέση (18 %-19%), καθότι αρκετοί από τους υποστηρικτές του κατευθύνονται προς τον Macron και τη Le Pen. Ο Mélanchon, λόγω του λαϊκιστικού λόγου του, της ευφυΐας του και ενός προφίλ που προσομοιάζει στον μέσο Γάλλο βιοπαλαιστή, ανταγωνίζεται τον Fillon και σε διάστημα μερικών μηνών ανέβασε το ποσοστό του από 8% σε 18% συγκεντρώνοντας τους αριστερούς ψηφοφόρους και ένα τμήμα των σοσιαλιστών ψηφοφόρων. Ο Hamon καταρρέει και κυμαίνεται γύρω στο 8%, καθώς πολλοί ψηφοφόροι του κατευθύνονται προς τον Macron και τον Mélanchon.

Θα είχαμε, λοιπόν, την τάση να πούμε πως ο δεύτερος γύρος θα κριθεί μεταξύ της Le Pen και του Macron. Δεδομένου όμως ότι σχεδόν το ένα τρίτο των ψηφοφόρων ακόμη παραμένει αναποφάσιστο και ότι κάθε υποψήφιος βασίζεται εν μέρει στους ψηφοφόρους των ανταγωνιστών του, τίποτα δεν μπορεί να προβλεφθεί. Οσο για τον δεύτερο γύρο, η αβεβαιότητα παραμένει. Εάν παραμείνουμε στην υπόθεση της αντιπαράθεσης μεταξύ Le Pen και Macron, θα λειτουργήσει άραγε το «δημοκρατικό μέτωπο» όπως στις εκλογές του 2002, όπου ο Chirac υποστηρίχθηκε από Δεξιά και Αριστερά εναντίον του αντιπάλου του Le Pen; Τέσσερα στοιχεία κάνουν κυρίως τη διαφορά σε σύγκριση με τις εκλογές του 2002. Κατ’ αρχάς, ο Chirac, αντίθετα από τον Fillon, ήταν ένας αδιαμφισβήτητος υποψήφιος μιας ενωμένης Δεξιάς. Στη συνέχεια, ο πατέρας Le Pen, αντίθετα από τη στρατηγική διαφοροποίηση της κόρης του σήμερα, τοποθετούνταν ως ακροδεξιός, ξενοφοβικός και ρατσιστής. Αντιμέτωπη με τον κίνδυνο μιας «εξτρεμοποίησης» της πολιτικής ζωής, σύσσωμη η Αριστερά τάχθηκε με τον Chirac. Σήμερα, η κόρη Le Pen μέσω ενός εθνικολαϊκιστικού λόγου παρουσιάζεται καθησυχαστική και ρεπουμπλικανή, φοβίζοντας λιγότερο τους αυξανόμενους αντισυστημικούς ψηφοφόρους. Επιπλέον, ο Macron είναι ένας υποψήφιος με σύντομο πολιτικό παρελθόν και κυρίως χωρίς πολιτικό κόμμα πίσω του. Μια πρωτοπορία για την Πέμπτη Γαλλική Δημοκρατία που δημιουργεί ανασφάλεια στους ψηφοφόρους: ούτε το πολιτικό του πρόγραμμα ούτε οι υποψήφιοι που θα παρουσιάσει στις βουλευτικές εκλογές (5 εβδομάδες μετά τις προεδρικές) δεν είναι σαφείς. Τέλος, η αποστροφή που εκφράζει μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος σήμερα στα κόμματα εξουσίας καθιστά τα σύνορα μεταξύ των δύο άκρων (Front National και La France insoumise) «πορώδη». Eτσι, αν και πολλοί ψηφοφόροι του Mélanchon δηλώνουν ότι θα επιλέξουν την αποχή, κάποιοι μπορεί να στηρίξουν τη Le Pen στον δεύτερο γύρο.

Εν τέλει, αν μέρος της Δεξιάς και της άκρας Αριστεράς υποστηρίξει τη Le Pen, ενώ ο Macron δεν καταφέρει να πείσει για την ικανότητά του να κυβερνήσει τη χώρα, συμβάλλοντας σε ένα χαμηλό ποσοστό συμμετοχής στον δεύτερο γύρο, το ατύχημα μπορεί να συμβεί. Ενα τέτοιο αποτέλεσμα δεν θα αποτελέσει μόνο σεισμό για τη γαλλική κοινωνία, αλλά τσουνάμι για την Ευρωπαϊκή Ενωση στο σύνολό της.

* Η κ. Χλόη Αννα Βλασσοπούλου είναι καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών στο Université de Picardie, J. Verne, στη Γαλλία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ