ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η Ευρωζώνη ανακάμπτει με σταθερά βήματα

HOLGER SCHMIEDING*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΛΥΣΗ

Προς το παρόν, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη δεν είναι ούτε πολύ υψηλός ούτε πολύ χαμηλός και δεν αποτελεί απειλή για την ανάκαμψη της οικονομίας της Ευρωζώνης. Μπορεί η επίδραση των τιμών του πετρελαίου, οι υψηλότερες τιμές των τροφίμων και η ακριβή ταξιδιωτική περίοδος του Πάσχα να προκάλεσαν ορισμένες αξιοπρόσεκτες μεταβολές στον πληθωρισμό, ωστόσο ο λεγόμενος δομικός πληθωρισμός (δεν υπολογίζεται η επίπτωση των τιμών της ενέργειας και των επεξεργασμένων τροφίμων) εξακολουθεί να κυμαίνεται γύρω στο 0,9%, όπως κάνει εδώ και τρία χρόνια. Ακόμη και στη Γερμανία, όπου η απασχόληση βρίσκεται σε επίπεδο ρεκόρ, οι πρώτες σημαντικές συμφωνίες μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων το 2017 οδήγησαν σε μέτρια αύξηση των μισθών κατά περίπου 2,5% τον χρόνο για το 2017 και το 2018. Συνεπώς είναι λογικό να υποθέσουμε πως η αύξηση του πληθωρισμού της Ευρωζώνης θα είναι σταδιακή τα επόμενα χρόνια. Αν μάλιστα εφαρμόσει ο κ. Εμανουέλ Μακρόν ορισμένες μεταρρυθμίσεις στη Γαλλία, τότε θα μπορούσε να συμβάλει ώστε να διατηρηθεί ο πληθωρισμός υπό έλεγχο. Προβλέπουμε πως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα αλλάξει στα μέσα του 2017 τη διατύπωση για τις προοπτικές της Ευρωζώνης, αφαιρώντας από την εκτίμηση πως η οικονομία μπορεί να κινηθεί με χαμηλότερο ρυθμό απ’ ό,τι έχει προβλέψει η ΕΚΤ.

Το φθινόπωρο του 2017, η ΕΚΤ προβλέπουμε πως θα ανακοινώσει τη σταδιακή μείωση των μηνιαίων αγορών ομολόγων και άλλων περιουσιακών στοιχείων από την αρχή του 2018. Μετά την ολοκλήρωση αυτών των αγορών το φθινόπωρο του 2018, είναι πολύ πιθανό η ΕΚΤ να αυξήσει το βασικό της επιτόκιο δανεισμού το 2019. Κατά τη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ, την Πέμπτη, το πιθανότερο είναι πως οι κεντρικοί τραπεζίτες της Ευρωζώνης δεν θα θελήσουν να στείλουν ισχυρά νέα σήματα στις αγορές λίγο πριν από τον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών στη Γαλλία. Αντιθέτως, μπορεί η ΕΚΤ απλώς να αναγνωρίσει πως έχουν περιοριστεί οι πιθανότητες η ανάπτυξη της οικονομίας να αποδειχτεί χαμηλότερη από το αναμενόμενο χωρίς να αλλάξει τη διατύπωση στην επίσημη τοποθέτησή της.

Υποστηρίζουμε εδώ και κάποιο διάστημα πως η οικονομία της Ευρωζώνης μπορεί να αναπτυχθεί με λίγο υψηλότερο ρυθμό απ’ όσο έχουμε προβλέψει και με την επικράτηση του κ. Μακρόν στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών οι απειλές για την οικονομία της Ευρωζώνης έχουν περιοριστεί ακόμη περισσότερο. Πλέον, προβλέπουμε πως η Ευρωζώνη θα αναπτυχθεί με ρυθμό 1,7% το 2017 και 1,6% το 2018, δηλαδή κατά 0,1% περισσότερο απ’ όσο προβλέπαμε προηγουμένως. Περισσότερο αξιοσημείωτο από αυτή την αναθεώρηση του ρυθμού ανάπτυξης είναι πως πολλαπλασιάζονται τα σημάδια που δείχνουν πως η αυξημένη ανάκαμψη είναι ευρεία και βιώσιμη. Η σημαντική αύξηση της απασχόλησης στην Ευρωζώνη κατά 1,3% το 2016 υποστηρίζει την ενίσχυση των πραγματικών εισοδημάτων και την καταναλωτική εμπιστοσύνη. Το γεγονός πως η ανάκαμψη είναι ευρεία φαίνεται από τρία διαφορετικά στοιχεία. Πρώτον, όλες οι πτυχές της οικονομικής πολιτικής, δηλαδή νομισματική πολιτική και δημοσιονομική πολιτική, υποστηρίζουν την ανάπτυξη. Και η συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ βοηθάει κάπως, δεδομένου ότι το ευρώ είναι κατά 3% χαμηλότερα από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας έναντι 38 νομισμάτων σημαντικών εμπορικών εταίρων της Ευρωζώνης. Δεύτερον, αναπτύσσονται όλες οι οικονομίες της Ευρωζώνης με την εξαίρεση της Ελλάδας. Τρίτον, η ζήτηση συνεισφέρει στην ανάπτυξη, με την ιδιωτική κατανάλωση να αυξάνεται με ρυθμό περίπου 1,5% και τη δημόσια κατανάλωση να ακολουθεί παρόμοιο ρυθμό αύξησης. Παράλληλα, αυξάνονται οι επενδύσεις στις κατασκευές και στον μηχανολογικό εξοπλισμό.

* Ο αρθρογράφος είναι επικεφαλής οικονομολόγος της Berenberg Bank.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ