Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Η σύγκλιση που δεν είναι πια θεωρία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Δεν ήταν έκπληξη. Η απόφαση του Ζαν-Λικ Μελανσόν να πριμοδοτήσει διά της υπεκφυγής του τη Λεπέν, διαρρηγνύοντας την υγειονομική ζώνη των δημοκρατικών δυνάμεων, μπορεί να προκάλεσε σοκ, αλλά δεν ήταν αιφνίδια.

Η προσέγγιση της Αριστεράς που εκπροσωπεί ο Μελανσόν και της Ακροδεξιάς εκδηλώθηκε εναργέστατα στην προεκλογική εκστρατεία για τη γαλλική προεδρία, αλλά δεν είναι ούτε μόνο γαλλικό ούτε πολύ πρόσφατο φαινόμενο. Είναι προϊόν της αλλαγής που είχε με συνθηματολογική πυκνότητα περιγράψει ένα ηγετικό στέλεχος της Ακροδεξιάς της Αυστρίας – στις προεδρικές εκλογές της οποίας καταγράφηκε η πρώτη ευρωπαϊκή ήττα του λαϊκισμού: «Δεν υπάρχει», είχε πει, «πια Αριστερά - Δεξιά. Υπάρχει μόνο πάνω και κάτω».

Αυτή η καθετοποίηση των παραδοσιακών πολιτικών διαφορών, προτού αποτυπωθεί στον επιτήδειο ποντιοπιλατισμό του Μελανσόν, είχε συντελεστεί προγραμματικά. Αριστερός και δεξιός λαϊκισμός έδιναν όμοιες, «ριζοσπαστικές», απαντήσεις στις οικονομικές και πολιτισμικές ανασφάλειες που διαπερνούν τις δυτικές κοινωνίες.

Ομοιότητα πρώτη: Φταίει η παγκοσμιοποίηση. Η παγκοσμιοποίηση –που, παρεμπιπτόντως, στον Τρίτο Κόσμο έχει οδηγήσει στα χαμηλότερα ποσοστά φτώχειας και πείνας στην ιστορία– τρώει τις δουλειές. Χρειαζόμαστε ξανά οικονομικά σύνορα. Χρειαζόμαστε δασμούς. Εθνικά νομίσματα.

Ομοιότητα δεύτερη: Φταίει η Ευρώπη. Ως περιφερειακή «παγκοσμιοποίηση» σε βάθος, ο κοινός θεσμικός και οικονομικός χώρος της Ενωσης –που, παρεμπιπτόντως, εγγυήθηκε μεταπολεμικά το υψηλότερο επίπεδο δημοκρατίας και ευημερίας στα κράτη-μέλη της– είναι μια φυλακή λιτότητας και ισοπέδωσης των εθνών. Αυτό το τελευταίο –ο εθνικιστικών αποχρώσεων αντιευρωπαϊσμός– δεν είναι πια προνόμιο της Ακροδεξιάς. Εκτός εάν αυτός που φώναζε στο Twitter «Μέρκελ, βούλωσέ το. Η Γαλλία είναι ελεύθερη!» είναι υπεράνω εθνικιστικής υποψίας. Εκτός εάν αυτός που έχει γράψει σε βιβλίο του ότι «οι Γερμανοί δεν κάνουν παιδιά» γιατί «ποιος θα γούσταρε πια να είναι Γερμανός;» δεν εξάπτει πάθη του 20ού αιώνα. Αυτός ήταν, βεβαίως, και στις δύο περιπτώσεις ο Μελανσόν.

Ομοιότητα τρίτη: Φταίνε οι ελίτ. Οι συστημικοί πολιτικοί. Τα συστημικά ΜΜΕ. Συστημικός δεν είναι μόνον όποιος υπηρέτησε το σύστημα – όπως οι πολιτικοί των παλαιών κομμάτων. Είναι κι εκείνος που υπόσχεται κάτι λιγότερο από την ανατροπή του, όπως ο «εκπρόσωπος της τραπεζοκρατίας» Μακρόν. Η οργή για το πολιτικό σύστημα είναι τέτοια που καταλήγει σε αμφισβήτηση των αντιπροσωπευτικών θεσμών. Σε μούντζες κατά του Κοινοβουλίου.

Θα μπορούσε κάποιος να συνεχίσει τον κατάλογο. Θα μπορούσε, ας πούμε, να προσθέσει πώς μοιράζονται αριστεροί και δεξιοί «ριζοσπάστες» την ίδια «κατανόηση» για την εξωτερική πολιτική του καθεστώτος Πούτιν. Θα μπορούσε όμως να σημειώσει και τη μείζονα διαφορά – που είναι η στάση απέναντι στο προσφυγικό· διαφορά υπαρκτή, αλλά όχι ικανή να αντισταθμίσει το εύρος και το βάθος των ομοιοτήτων.

Η πιο φορεμένη απάντηση σε αυτές τις συγκρίσεις είναι ότι η ατζέντα της Ακροδεξιάς μοιάζει με της Αριστεράς, όπως το πλαστό χαρτονόμισμα μοιάζει με το γνήσιο. Η Ακροδεξιά, λένε, έχει υφαρπάξει και παραχαράξει τα αριστερά συνθήματα προκειμένου να διεισδύσει στις λαϊκές δεξαμενές, που κάποτε ήταν μονοπώλιο της Αριστεράς.

Πρόκειται για μια απολογία που σχεδόν αναγνωρίζει την ταύτιση, αλλά διεκδικεί την πατρότητα της λαϊκιστικής επαγγελίας για την Αριστερά.

Είναι ο λαϊκισμός  της Λεπέν αυθεντικός ή κλεψίτυπος; Μπορεί και να είχε σημασία το ερώτημα. Μπορεί να είχε, αν δεν έσπευδε να μετατρέψει την εικαζόμενη αγχιστεία σε εκλογική πραγματικότητα η σιωπηρή στήριξη του Μελανσόν προς το Εθνικό Μέτωπο. Αν δεν είχε προηγηθεί η αποδαιμονοποίηση του Τραμπ από τους αριστερούς, που τον προτιμούσαν έναντι της Χίλαρι.

Μπορεί η θεωρία περί σύγκλισης αριστερού και δεξιού λαϊκισμού να είχε μείνει «θεωρία», εάν σε μια χώρα της Ευρωζώνης δεν είχε εδώ και δυόμισι χρόνια μετουσιωθεί σε κυβερνητική συγχώνευση. Σε σάρκα μία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ