ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η άνοδος των λαϊκιστών ηγετών φέρνει κέρδη στα χρηματιστήρια

Λαϊκιστές πολιτικοί, όπως ο Χουάν και η Εβίτα Περόν, είναι χαρισματικοί, εμφανίζονται να καταφέρονται εναντίον των ελίτ και στις περισσότερες περιπτώσεις αυτό λειτουργεί θετικά για τις χρηματαγορές.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η άνοδος των λαϊκιστών στην εξουσία, στο πέρασμα της Ιστορίας, φαίνεται ότι ευνοεί τις αγορές, σύμφωνα με μελέτη του Μόριτς Σουλάρικ, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Βόννης, ο οποίος εξέτασε 27 ξεχωριστές περιπτώσεις στη διάρκεια του 20ού αιώνα. Υπ’ αυτό το πρίσμα, ο ενθουσιασμός των αγορών λόγω της νίκης του Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο στην Ιστορία. Ο κ. Σουλάρικ, ο οποίος διδάσκει οικονομικά, οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι η ενίσχυση των λαϊκιστών ωφελεί τις μετοχές κυρίως και, δευτερευόντως, τα κρατικά ομόλογα.

Αρχής γενομένης από τον Χουάν Περόν στην Αργεντινή, τη δεκαετία του 1940, έως τις τρεις εκλογικές νίκες του Σίλβιο Μπερλουσκόνι και την πρόσφατη του Ντόναλντ Τραμπ, ο Γερμανός πανεπιστημιακός έκανε μια αξιόλογη μελέτη. «Προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ελάχιστες ενδείξεις υπάρχουν που να συνηγορούν υπέρ του ότι ο λαϊκισμός έχει αρνητικό αντίκτυπο για τις αγορές», επισημαίνει μιλώντας σε εκδήλωση της Ευρωπαϊκής Ενωσης Τραπεζικής και Χρηματοπιστωτικής Ιστορίας και της Αllianz Global Investors, «συνήθως ισχύει το αντίθετο».

Στο όνομα του λαού

Κατά τον Μόριτς Σουλάρικ, οι λαϊκιστές πολιτικοί είναι χαρισματικοί, συγκρουσιακοί και εμφανίζονται να μιλούν «για λογαριασμό του λαού» και να καταφέρονται εναντίον των ελίτ. Στο πλαίσιο αυτής της προσέγγισής τους υιοθετούν τον προστατευτισμό και εφαρμόζουν εθνικιστικές πολιτικές. Από την έρευνά του προκύπτει ότι μέσα στα δύο χρόνια από την ανάληψη της εξουσίας από τους λαϊκιστές οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων ενισχύθηκαν κατά μέσον όρο 12,7%, ενώ μέσα σε πέντε χρόνια ο δείκτης του εκάστοτε εθνικού χρηματιστηρίου είχε εντυπωσιακή άνοδο 45%. Την ίδια περίοδο, τα επιμέρους εθνικά νομίσματα παρουσίασαν ανατίμηση.

Ενα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο στα πορίσματα του κ. Σουλάρικ έχει να κάνει με το ότι αυτά δεν διαφοροποιούνται σημαντικά από το αν οι αντισυστημικοί ηγέτες έλκουν την καταγωγή τους από την Αριστερά ή από τη Δεξιά. «Οι αγορές μάλλον δείχνουν κάποια μεγαλύτερη εύνοια προς τους δεξιούς λαϊκιστές ηγέτες», τονίζει. «Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι αριστεροί λαϊκιστές προκαλούν αρνητικά συναισθήματα στους επενδυτές». Αντιθέτως με όσα διακήρυσσαν κατά την προεκλογική τους εκστρατεία, αυτό που είναι καλό για τις αγορές, δεν είναι απαραίτητα βλαβερό για τον λαό. Στην έρευνα του Γερμανού πανεπιστημιακού φαίνεται ότι την πενταετία μετά την ανάληψη της εξουσίας, το ΑΕΠ είχε αυξηθεί 1,85 κατά μέσον όρο, ενώ οι επενδύσεις και οι δαπάνες είχαν ενισχυθεί ως μερίδιο επί της οικονομίας. Πάντως, αυτά τα ευρήματα έρχονται σε αντίθεση με την κυρίαρχη άποψη των οικονομολόγων.

Στο δοκίμιο «Τα μακροοικονομικά του λαϊκισμού», που δημοσιεύθηκε το 1991, οι Ράντιγκερ Ντόρνμπας και Σεμπάστιαν Εντουαρντς καταλήγουν στο εξής συμπέρασμα: «Στο τέλος, οι λαϊκιστές πολιτικοί αποτυγχάνουν και συνήθως, όταν συμβεί αυτό, το κόστος είναι πολύ μεγάλο, ειδικά για εκείνες τις κοινωνικές ομάδες που υποτίθεται ότι θα ευνοούσαν». Ο Μόριτς Σουλάρικ αποδίδει την απροσδόκητη επιτυχία των λαϊκιστών πολιτικών στο ότι οι εκφραστές τους αναδεικνύονται συνήθως έπειτα από μία κρίση. Ο προστατευτισμός, η ανταγωνιστική υποτίμηση του εθνικού νομίσματος και οι κρατικές δαπάνες λειτουργούν υποστηρικτικά για τις εθνικές εταιρείες και τα τοπικά χρηματιστήρια – κάποιες άλλες πολιτικές, όπως η αύξηση των δημοσίων επενδύσεων, απλά αποδίδουν καρπούς, όπως συμβαίνει σε κάθε περίοδο ύφεσης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ