ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ρυθμό ανάπτυξης 1,5% προβλέπει για φέτος το ΙΟΒΕ

ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΛΩΡΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Περίπου στο 1,5%  προβλέπει το Ινστιτούτο Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) ότι θα διαμορφωθεί ο ρυθμός ανάπτυξης το 2017, αρκετά χαμηλότερα από τον στόχο του προγράμματος για 2,7%.

«Δεν είναι ικανοποιητικό, αλλά είναι αξιοσημείωτο», σχολίασε ο γενικός διευθυντής του Ινστιτούτου Νίκος Βέττας, δεδομένου ότι από το 2008 μόνο το 2014 είχαμε θετικό πρόσημο στη μεταβολή του ΑΕΠ (στο 0,4%).

Κινητήριος μοχλός, ωστόσο, είναι και πάλι η κατανάλωση, η οποία προβλέπεται να αυξηθεί κατά περίπου 1,2%, ενώ στις επενδύσεις η προβλεπόμενη αύξηση κατά 10%-12% δεν θεωρείται επαρκής, δεδομένης της χαμηλής βάσης από την οποία ξεκινούν. Χαρακτηριστικά, ο επιστημονικός συνεργάτης του ΙΟΒΕ Αγγελος Τσακανίκας ανέφερε ότι το 2016 βρίσκονταν στα 20 δισ. ευρώ έναντι 65,5 δισ ευρώ το 2007. Θετικά επιδρά και η σταδιακή μείωση της ανεργίας, έστω και με επιβραδυνόμενο ρυθμό, στο 22,2%, καθώς και η επέκταση της χρήσης του «πλαστικού χρήματος».

Το ζητούμενο, ωστόσο, όπως επεσήμανε ο κ. Βέττας, είναι να αλλάξει μοντέλο η οικονομία, να γίνει περισσότερο ανοικτή και βιώσιμη. Κάτι τέτοιο, είπε, συμβαίνει σε πολύ μικρό βαθμό. Χαρακτηριστικά, ανέφερε πως, παρότι αυξάνεται ο όγκος των εξαγωγών, η συνολική αξία τους δεν ακολουθεί αντίστοιχους ρυθμούς, κάτι που δείχνει ότι οι εξαγωγές «είναι τοποθετημένοι σε λάθος στάδια, λιγότερο επεξεργασμένων προϊόντων». Για να περάσουμε, όμως, σε άλλα στάδια, απαιτούνται επενδύσεις, που κι αυτές με τη σειρά τους προϋποθέτουν αποκατάσταση του κλίματος εμπιστοσύνης».

Σύμφωνα με την έκθεση του ΙΟΒΕ, «επιμέρους σημεία και χαρακτηριστικά που θα στήριζαν σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης υπάρχουν. Σε αυτά θα έπρεπε να συμπεριλάβει κανείς τόσο επιδόσεις ορισμένων επιχειρήσεων και κλάδων, που δείχνουν πως η οικονομία έχει σφυγμό, έχει δυνατότητες, όσο και την ίδια την επίτευξη του δημοσιονομικού πλεονάσματος που επιβεβαιώνει ότι η χώρα, αν και κινείται εκατέρωθεν των ορίων της πτώχευσης τα τελευταία χρόνια, και αποκομμένη από τις αγορές, δεν είναι συνολικά φτωχή, αλλά, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να τεθεί σε τροχιά ευημερίας. Ομως, γενικά η οικονομία κινείται χωρίς πυξίδα και έτσι τα όποια θετικά χαρακτηριστικά και προσπάθειες δεν επιτρέπουν την αναστροφή του κλίματος αβεβαιότητας, αποεπένδυσης και στασιμότητας».

Για τους πρώτους μήνες του 2017, η εικόνα που σχηματίζει ο ΙΟΒΕ είναι μεικτή και ως εκ τούτου εκτιμά ότι υπήρξε στασιμότητα, ενώ η πρόβλεψή του για την ανάπτυξη στο σύνολο του έτους προϋποθέτει γρήγορη ολοκλήρωση της αξιολόγησης.

Ο δείκτης οικονομικού κλίματος του ινστιτούτου κατά το τρίμηνο Ιανουαρίου-Μαρτίου 2017 καταγράφει σταθερότητα, σε σύγκριση με το αμέσως προηγούμενο.

Επίσης, το 2017 προβλέπεται άνοδος τιμών κατά 1,5% λόγω της αύξησης των φόρων και της ανόδου της τιμής των καυσίμων.

«Δίκοπο μαχαίρι» χαρακτήρισε, εξάλλου, το υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα ο κ. Βέττας, σημειώνοντας πως, παρότι είναι θετικό, ως ένδειξη αξιοπιστίας, δεν πρέπει να παρερμηνευθεί ως υποκατάστατο των δομικών μεταρρυθμίσεων. «Αν συνδυαστεί με άνοιγμα της οικονομίας και δομικές μεταρρυθμίσεις», είπε, «τότε είναι μια πολύ καλή βάση για να προχωρήσει κανείς. Αλλά αν είναι υποκατάστατο, θα έχουμε μια οικονομία πιο μικρή και πιο φορολογημένη».

Αποφασιστικής σημασίας στη μεγάλη υπέρβαση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα υπήρξε, όπως προκύπτει από την ανάλυση του ΙΟΒΕ, η συνεισφορά των ασφαλιστικών ταμείων. Οι περικοπές των συντάξεων και η αύξηση των εισφορών είχαν ως αποτέλεσμα να εμφανιστούν τα Ταμεία με πλεόνασμα 2 δισ. ευρώ, έναντι αρχικής πρόβλεψης για μικρό έλλειμμα, της τάξης των 200 εκατ. ευρώ. Συνολικά, η καλή επίδοση σε επίπεδο κρατικού προϋπολογισμού οφείλεται στην αύξηση της φορολόγησης της οικονομίας και στην περικοπή των δημοσίων επενδύσεων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ