Γράμματα Αναγνωστών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Γραμματα Aναγνωστων

Απορίες μαθήτριας για τους υπουργούς

Κύριε διευθυντά
Οι υπουργοί μας σήμερα. Τους βλέπουμε στην τηλεόραση, τους ακούμε στα ραδιόφωνα, τους θαυμάζουμε στις φωτογραφίες στις εφημερίδες και τους ιστοτόπους. Τι κάνουν στην πραγματικότητα αυτοί; Kάνουν σωστά τη δουλειά τους; Να ξεκαθαρίσω πως δεν γενικεύω και πως πάντα υπάρχουν εξαιρέσεις. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια σχεδόν κανένας υπουργός δεν με έχει εκπλήξει με τις πράξεις του και δεν με έχει κάνει να νιώσω περήφανη για τη χώρα μου. Ας βρεθεί ένας υπουργός που αντί να τσακώνεται στη Βουλή να ασχοληθεί με άλλα σοβαρά προβλήματα. Να ασχοληθεί με τη χώρα του όπως θα ασχολιόταν με το παιδί του ή το εγγόνι του, με τόση στοργή. Να παλέψει για αυτή, να προσπαθήσει πραγματικά να φέρει μια αλλαγή. Θα μπορούσε κάλλιστα να ασχοληθεί με τα αδέσποτα ζώα, με τον καθαρισμό των αττικών παραλιών, με την ανακύκλωση, με τις φυλακές, με προγράμματα επανένταξης ατόμων ευπαθών κοινωνικών ομάδων στην κοινωνία, με την οικοδόμηση πάρκων για άτομα με αναπηρίες, με τη συντήρηση των δρόμων, με τη δημιουργία λωρίδας για ποδηλάτες, με τη βελτίωση της χρήσης των ΜΜΜ, με την εγκληματικότητα, με τα συστήματα υγείας. Τα παραδείγματα αυτά είναι ενδεικτικά και ήταν τα πρώτα που μου ήρθαν στο μυαλό. Προσπαθώ να πω πως μόνο αν ασχοληθεί κανείς με διαφορετικά θέματα τα οποία έχουν καρπούς να δώσουν, θα ξεχωρίσει, θα τιμηθεί, θα λατρευτεί, θα κάνει πραγματικό έργο. Τόσο απλό μα τόσο ουτοπικό για κάποιους. Εύχομαι πραγματικά κάπου κάποτε αυτό να πέσει στα χέρια κάποιου υπουργού και να τον ταρακουνήσει.

Στεφανια Αντωνοπουλου, Μαθήτρια Λυκείου

Για την πώληση μονάδων της ΔΕΗ

Κύριε διευθυντά
Εχει πάρει μεγάλη δημοσιότητα η απόφαση πώλησης μονάδων της ΔΕΗ κατ’ απαίτηση των δανειστών. Εκφράζονται πολλές αντιδράσεις από τα συνδικάτα, φορείς και άλλους. Διατυπώνονται φόβοι ότι η ΔΕΗ θα χαθεί για το Δημόσιο με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την οικονομία. Η απαίτηση των δανειστών τεκμηριώνεται στην ανάγκη ανοίγματος της αγοράς Η.Ε. και στο υποτιθέμενο όφελος του καταναλωτή από τον ανταγωνισμό. Από πλευράς ελληνικής πολιτείας, στο παρελθόν είχε προταθεί να πωληθεί η «μικρή ΔΕΗ», ενώ η παρούσα κυβέρνηση επέλεξε άλλη «ισοδύναμη» λύση με στόχο να μείνει η ΔΕΗ και οι θυγατρικές υπό δημόσιο έλεγχο.

Κατά πόσον η προηγούμενη ή η παρούσα λύση είναι καλύτερη, δηλαδή δημιουργεί μικρότερες απώλειες, αποτέλεσε θέμα αντιπαράθεσης συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης. Δεν υπεισέρχομαι στη συζήτηση αυτή, επιθυμώ να θίξω ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα, τα οικονομικά της ΔΕΗ. Στις οικονομικές στήλες διαβάζουμε για τις δυσκολίες της επιχείρησης να εξασφαλίσει ένα δάνειο 200 εκατ. και τις πρόσθετες εγγυήσεις που ζητούνται, ενώ είναι γνωστό ότι κάποτε πιο εύκολα δανειζόταν η ΔΕΗ απ’ ό,τι το ελληνικό Δημόσιο. Η ΔΕΗ βρίσκεται σε πολύ κακή οικονομική κατάσταση, υπάρχει φοβερή έλλειψη ρευστότητας ως αποτέλεσμα της μη είσπραξης ληξιπρόθεσμων οφειλών. Είναι γνωστό ότι τα φέσια είναι πάνω από 2,5 δισ. από τα οποία περίπου τα μισά αφορούν έσοδα της ΔΕΗ. Δεν ξέρω να υπάρχουν εταιρείες που κινούνται σε ανταγωνιστικό περιβάλλον που να μπορούν να επιζήσουν με τόσους ανείσπραχτους λογαριασμούς. Το θέμα αυτό ελάχιστα θίγεται, δεν συζητήθηκε σοβαρά το πρόβλημα, δεν προτάθηκαν λύσεις. Είναι εύκολο και ανέξοδο να υποστηρίζεις τη δημόσια ιδιοκτησία της ΔΕΗ, απαιτεί αντίθετα προσπάθεια να προτείνεις λύσεις και να πας αναγκαστικά κόντρα στον λαϊκισμό. Αυτό είναι το κύριο πρόβλημα, που αν δεν αντιμετωπιστεί, η ΔΕΗ οδεύει ολοταχώς για «Ολυμπιακή», ανεξάρτητα από τις διαθέσεις των δανειστών.

Χρειάζονται συντονισμένες ενέργειες από υπουργείο και διοίκηση της εταιρείας. Αυστηρές εντολές στο προσωπικό να επιδιώκουν φορτικά την είσπραξη των λογαριασμών, διότι δυστυχώς σήμερα ισχύει ότι «πληρώνει όποιος θέλει», αφού το προσωπικό έχει συνηθίσει να μην πιέζει τους πελάτες. Ανάθεση σε ειδικές εταιρείες της είσπραξης ορισμένης κατηγορίας λογαριασμών, όπως λ.χ. παλιότερα υπήρξε μια τέτοια προσπάθεια που δεν προχώρησε. Αυστηρότητα στις διακοπές παροχής με αφαίρεση στην ανάγκη του μετρητή. Ομως και η πολιτεία πρέπει από την πλευρά της να στηρίξει σθεναρά την προσπάθεια, δημόσιες αυστηρές δηλώσεις υψηλόβαθμων στελεχών κυβέρνησης και αντιπολίτευσης που να καλούν τους καταναλωτές να πληρώνουν τους λογαριασμούς, στήριξη της διοίκησης της εταιρείας να πάρει τα αναγκαία μέτρα, κ.λπ. Κοινωνική πολιτική κάνει η κυβέρνηση όχι η ΔΕΗ. Τέλος, όσοι φωνάζουν να μείνει η ΔΕΗ υπό δημόσιο έλεγχο και να μην πωληθούν πάγια, να σταματήσουν να φωνάζουν ανεύθυνα αλλά τεκμηριωμένα να προτείνουν λύσεις.

Αλβερτος Μαϊσης, Πρώην δ/ντής στη Γεν. Δ/νση

Ρουκετοφιλία, τάξη και λογική

Κύριε διευθυντά
Ο λόγος για τον οποίο επικοινωνώ είναι η ανάγκη να μοιραστώ την εμπειρία μου από το Πάσχα στη Χίο, όπου βίωσα την κατάργηση του κράτους (δικαίου και νομιμότητας), χάριν της διεξαγωγής ενός «εθίμου». Είναι γνωστό πλέον ευρύτατα ότι κάθε Πάσχα στη Χίο λαμβάνει χώρα ο ρουκετοπόλεμος. Τα τελευταία, μάλιστα, χρόνια η διαφήμισή του γίνεται ισοβαρώς με την προώθηση της μαστίχας, παρόλο που απλώς τα δύο αυτά δεν συγκρίνονται. Αυτό που δεν είναι γνωστό, αντιθέτως μάλιστα αποκρύπτεται επιμελώς, είναι ότι πρόκειται για μια μάλλον βάρβαρη συνήθεια, η οποία με την πάροδο του χρόνου έχει επιφορτισθεί με σοβαρά ατυχήματα ακόμη και θανάτους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η βαρβαρότητα αυτή είναι εντυπωσιακά θεαματική. Αυτό έγινε αφορμή να σμικρύνονται η επικινδυνότητα και η καταστροφικότητα πάνω σε περιουσίες και ναούς που χτυπιούνται επί ώρες από ριπές εκατοντάδων ρουκετών. Το θέαμα έγινε σόου, πόλος έλξης τουριστών, ξεπέρασε τα όρια του τοπικού εθίμου και κάθε όριο μέτρου και λογικής. Τι πιο φυσικό να προκαλέσει την αντίδραση των περιοίκων που θίγονταν η ακεραιότητα, η ασφάλεια και η περιουσία τους; Η οργανωμένη, μέσω ένδικων μέσων, αντίδρασή τους προσέκρουσε σε έναν όγκο πολιτικών, οικονομικών και τοπικιστικών συμφερόντων, που κατέληξαν τη φετινή χρονιά σε μια ηχηρά θεατρική κατάργηση των νόμων, του συνταγματικού δικαίου αλλά και της ηθικής τάξης. Αιρετοί και ρουκετόφιλοι παρέλασαν σε μια θλιβερή πορεία κακής απομίμησης μιας παλιάς συνήθειας, για να δηλώσουν ότι πάνω από ηθική και νόμους υποστηρίζουν το μεταμοντέρνο τους «έθιμο». Οι άνθρωποι-θύματα βρέθηκαν έκπτωτοι σε μια κοινωνία που στερείται ενσυναίσθησης και χαρακτηρίζεται από άκρα εγωκεντρικότητα και στείρο φανατισμό. Το δικαίωμα του ζην ελευθέρως θεωρήθηκε συνώνυμο της αρνησιπατρίας (!) και της εκκεντρικότητας.  Από την άλλη πλευρά, με την ενορχηστρωμένη ολιγωρία της τοπικής Αστυνομίας, τη μάλλον αδιάφορη στάση της εισαγγελικής αρχής και την αγαπητική σύμπραξη πολιτικής και εκκλησιαστικής εξουσίας, ο ρουκετοπόλεμος έλαβε χώρα! Οχι με 150.000, όπως συνηθίζονταν τα τελευταία χρόνια, αλλά με 10.000 ρουκέτες. Στόχοι τους, εκκλησίες και σπίτια, προς τέρψιν όλων των φανατικών υπερασπιστών τους.

Καθώς τις έβλεπα να σχίζουν τον ανοιξιάτικο ουρανό, παρεμποδίζοντάς με να παρακολουθήσω την Αναστάσιμη Θεία Λειτουργία (εκτελούσα για μία ακόμη χρονιά επιτακτική υπηρεσία επίβλεψης του σπιτιού μου), είχα μια αίσθηση απώλειας: της εμπιστοσύνης σε ό,τι εκφράζει την έννοια της δημοκρατίας σε αυτην τη χώρα, που πριν από χιλιάδες χρόνια είχε ορίσει ο Αριστοτέλης. Στην Ελλάδα του σήμερα, όμως, κάποιοι σύγχρονοι άρχοντες και πολίτες επιδεικτικά θυσιάζουν αξίες στον βωμό της λαϊκής βούλησης, έστω και αν αυτό αντιβαίνει στην προάσπιση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων... Με πραγματική εκτίμηση στην αξία της ορθής δημοσιογραφίας.

Μαρια Κουλουρη, Παιδίατρος Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ

Πάντα χρήσιμη η «άλλη» άποψη

Κύριε διευθυντά
Παίρνοντας αφορμή από την επιστολή του καθηγητή της Ιατρικής κ. Κ. Μπουραντά στην «Κ» της 15-3-17 σχετικά με την αρθρογραφία στην εφημερίδα σας του Χρήστου Γιανναρά, έχω να επισημάνω τα εξής: Την επομένη κιόλας μέρα (16-3-17) έσπευσε ο καθηγητής-ιστορικός κ. Θάνος Βερέμης να δημοσιεύσει επιστολή του με την οποία σχολιάζει τα γραφόμενα από τον κ. Μπουραντά, θεωρώντας τον οιονεί ανιστόρητο, χαρακτηρισμός που επεκτείνεται έμμεσα και στον κ. Γιανναρά. Νομίζω ότι γνωρίζει ο κ. Βερέμης ότι τα γεγονότα και τα πρόσωπα που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στο ιστορικό γίγνεσθαι του τόπου κρίνονται και καταγράφονται από τη σκοπιά που τα αντιλαμβάνεται ο κάθε ιστορικός. Περαιτέρω δεν είναι απαγορευτικό να σχολιάζονται τα ιστορικά γεγονότα από κάθε μη εξειδικευμένο πολίτη, ιδιαίτερα μάλιστα όταν πρόκειται για έναν καταξιωμένο στον κλάδο του επιστήμονα.  Με την ευκαιρία ήθελα να επισημάνω ότι ο κ. Γιανναράς εκτιμάται ακόμη και από «αντιφρονούντες» στα γραφόμενά του, λόγω της σταθερότητας διαχρονικά στις θέσεις του επί των επίκαιρων κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών και εκκλησιαστικών γεγονότων, την τόλμη του να ορθοτομεί τον λόγο της αληθείας και να ορθώνει αντίλογο κριτικού ελέγχου προς πάσα κατεύθυνση, μη υπολογίζοντας οποιοδήποτε «κόστος» μπορεί να έχουν οι δημόσιες καταγγελίες του στην ατομική του ανέλιξη, αφού, ως μονίμως «διαμαρτυρόμενος» για τα τεκταινόμενα στη χώρα, δεν έλαβε ποτέ καμιά τιμητική διάκριση στο εσωτερικό, ούτε του προσφέρθηκε κάποιος θώκος σε οποιαδήποτε κυβέρνηση, όπως του άξιζε. Οξυδερκής, ιδιοφυής, πολυγραφότατος, διεθνώς αναγνωρισμένος, προβληματίζει ουσιαστικά με τα κείμενά του πάνω από τρεις δεκαετίες τους σκεπτόμενους αναγνώστες του επί των σύγχρονων θεμάτων της ελληνικής και διεθνούς πραγματικότητας. Και είναι αλήθεια, ότι κάποιες φορές που ο κ. Γιανναράς καταπιάνεται με βαθιές θεολογικές και φιλοσοφικές έννοιες στις επιφυλλίδες του, καθίσταται δυσνόητος στους στερούμενους εξειδικευμένων γνώσεων, όμως το γεγονός αυτό δεν μειώνει την αξία των κειμένων του. Κλείνω με την επισήμανση ότι πολλοί συνάδελφοι και φίλοι μου, που είναι αναγνώστες άλλων ημερησίων εφημερίδων, προμηθεύονται χρόνια τώρα την «Καθημερινή» της Κυριακής για τις επιφυλλίδες του Γιανναρά, καθώς και για την πλούσια αρθρογραφία του διευθυντή και των λοιπών εξαίρετων συνεργατών της.

Δημητριος Δημηνας, Δικηγόρος – Κατερίνη

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ