Αθανάσιος Έλλις ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΕΛΛΙΣ

Συγκρούσεις Ελλήνων, τριβές εταίρων

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

​​ίναι γεγονός ότι ως χώρα έχουμε τα θέματά μας σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση της παρατεταμένης κρίσης, που μας πλήττει έβδομη χρονιά. Κάποιοι ηγέτες δεν τολμούν, άλλοι δεν πείθουν. Τα κόμματα αλληλοκατηγορούνται, για λάθη του παρελθόντος και του παρόντος. Οι πολιτικοί επιρρίπτουν ο ένας στον άλλο τις ευθύνες. Στη Βουλή συστήνονται εξεταστικές. Στην τηλεόραση διεξάγονται ομηρικές μάχες. Αλλά πέρα από τις μικροκομματικές σκοπιμότητες, και τις επιλογές του ενός ή του άλλου ελληνικού κόμματος, πέρα από τις επιθέσεις και τις επικρίσεις στο εσωτερικό, μερικές εξ αυτών εύλογες, άλλες απαράδεκτες, που δυσχεραίνουν την προσπάθεια της χώρας να ορθοποδήσει, έχουμε και τριβές μεταξύ των εταίρων που συχνά καταλήγουν σε ανοικτές συγκρούσεις. Δεν μας έφθανε η δική μας αδυναμία να σχηματίσουμε οικουμενική κυβέρνηση, ή να πετύχουμε μια ελάχιστη συνεννόηση και συνεργασία, έχουμε και τις διαφορές στους κόλπους των δανειστών. Οι διαφορετικές προσεγγίσεις στα γνωστά «μεγάλα» ζητήματα των πλεονασμάτων, της βιωσιμότητας του χρέους, και των μεταρρυθμίσεων, ήταν εδώ και χρόνια γνωστές και εμφανείς. Κατά περιόδους –και αυτή που διανύουμε είναι μία από αυτές– επανέρχονται στο προσκήνιο, ενίοτε με έντονο τρόπο. Στην πορεία του χρόνου έχουν σε μερικές περιπτώσεις αποκτήσει και προσωπικά χαρακτηριστικά.

Η αίσθηση που απεκόμισα την περασμένη εβδομάδα, στο περιθώριο της εαρινής συνόδου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, είναι ότι κάποιοι από τους δανειστές έχουν κουρασθεί όχι μόνο με την Ελλάδα, αλλά και με τους εταίρους τους. Με πρόσωπα και μηχανισμούς με τους οποίους είναι αναγκασμένοι να συνυπάρχουν σε αυτό το προβληματικό σχήμα που ξεκίνησε ως «τρόικα», στην πορεία βαπτίσθηκε «Brussels Group» και μετά «θεσμοί», και που στην ουσία έχει εξελιχθεί σε «κουαρτέτο» με τον τέταρτο πυλώνα, τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, να είναι και ο σημαντικότερος.

Σε κάθε περίπτωση, όλοι συμφωνούν ότι το σχήμα είναι δυσλειτουργικό. Κι, όμως, επιμένουν. Τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, αφού για την επόμενη κρίση έχει ουσιαστικά αποφασιστεί ότι τη διαχείριση της χρηματοδότησης θα αναλάβει ένας θεσμός, ο ΕΜΣ.

Το μόνο θετικό στην παρούσα συγκυρία είναι πως όλοι θέλουν να κλείσει γρήγορα η ελληνική «εκκρεμότητα», καθώς επιθυμούν να προχωρήσουν με ηρεμία στο επόμενο κεφάλαιο. Ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Το ΔΝΤ θέλει να μην αποτύχει τελικά στην Ελλάδα γιατί, όσο και αν επιρρίψει τις ευθύνες στη χώρα μας, έχει κάνει πολλά λάθη και είναι βέβαιο ότι μια τελική αποτυχία θα «τσαλακώσει» την εικόνα του. Ο Ντάισελμπλουμ θέλει να διασφαλίσει την υστεροφημία του, ο Σόιμπλε δεν θέλει «φασαρίες» προεκλογικά, ο ΕΜΣ θέλει να μην κλονιστεί η ευρύτερη πιστωτική εικόνα.

Παρά ταύτα, αδυνατούν να υπερβούν τις δικές τους εμμονές και αγκυλώσεις. Εχουν και αυτοί, όχι μόνον εμείς. Μπορεί δημόσια να προβάλλουν ένα ενιαίο μέτωπο, αν και συχνά ούτε αυτό δεν καταφέρνουν, αλλά ιδιωτικά εισπράττει κανείς μια υποβόσκουσα ένταση που απορρέει από διαφορετικές προτεραιότητες, ρόλους και κανόνες.

Τη δύσκολη συνύπαρξη και συνεργασία δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο το γεγονός ότι μέρος του παζλ είναι και δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις που καλούνται να δανείσουν μιαν άλλη χώρα, τη στιγμή που και οι δικές τους κοινωνίες δοκιμάζονται.

Οταν συζητάς με κορυφαία στελέχη του κάθε θεσμού, αλλά και σημαντικών χωρών που εμπλέκονται στο ελληνικό πρόγραμμα, ακούς τον καθένα να προτάσσει ένα αφήγημα, που ακόμη και αν από μόνο του έχει μια λογική –το αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς είναι άλλο θέμα– δεν εντάσσεται αρμονικά σε ένα συνολικότερο πλαίσιο. Με αυτόν τον «γόρδιο δεσμό» είναι αντιμέτωπη η Ελλάδα.

Και, φυσικά, όταν διαφωνούν οι μεγάλοι, σίγουρα δεν βγαίνει κερδισμένη η μικρή Ελλάδα, όμηρος και αυτή της δικής της διαχρονικής, διακομματικής αναξιοπιστίας στα μάτια των εταίρων. Η Ελλάδα ευθύνεται για πολλά, αλλά όχι για όλα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ