ΜΟΥΣΙΚΗ

Π. Κλαμπάνης: «Θέλω να πω μια ιστορία που να ταξιδεύει»

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Ο Πέτρος Κλαμπάνης με το κοντραμπάσο του στο κέντρο του Μανχάταν. Στη Νέα Υόρκη κυκλοφόρησε και ο πρώτος του δίσκος.

Μέχρι τα 18 του ζούσε στη Ζάκυνθο και ονειρευόταν τη μουσική. Επειτα μπήκε στο Πολυτεχνείο «για λόγους ασφαλείας», αλλά το εγκατέλειψε για να ακολουθήσει το πάθος του, την τζαζ – στο Αμστερνταμ και έπειτα στη Νέα Υόρκη. Σ’ αυτό το «ανοιχτό σε πολιτισμούς νησί» όπως λέει, ρίζωσε ο μπασίστας Πέτρος Κλαμπάνης. Και εκεί κυκλοφόρησε ο πρώτος του δίσκος. Εκτοτε ακούει τον ένα έπαινο μετά τον άλλο, για τις μελωδίες του που παντρεύουν ήχους από την ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, την ποικιλόμορφη τζαζ της Nέας Υόρκης, κρύβουν μικρές πινελιές από την παράδοση της Ηπείρου, τις καντάδες της πατρίδας του, αλλά και γερές δόσεις από την κλασική.

Το περιοδικό Jazz Times τον χαρακτήρισε «έξοχο μπασίστα και συνθέτη», το Bass Player «άσο του μπάσου», το No Treble έγραψε «πρέπει να παραδεχθώ ότι εντυπωσιάζομαι πάντοτε όταν ακούω ένα μουσικό σαν τον Κλαμπάνη». Θεωρείται πια ένας από τους καλύτερους κοντραμπασίστες. Με το τρίτο άλμπουμ πια, το «Chroma», έρχεται στις 2 Μαΐου στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης και στις 4/5 στην Αθήνα, στο Παλαιό Χρηματιστήριο Αθηνών, για να παρουσιάσει με το γκρουπ του, καθώς κι ένα κλασικό οκτέτο εγχόρδων, τις συνθέσεις του.

Λίγο μετά το τέλος μιας συναυλίας του στο Μουσείο Τέχνης του Πανεπιστημίου Πρίνστον, μιλάμε μέσω Skype για τις ατέλειωτες ώρες στα αεροδρόμια: «Ταξιδεύω κυρίως στην Ευρώπη. Για μένα είναι ευχάριστα όλα αυτά, γιατί αυτό που αγαπάω έχει απήχηση στο κοινό. Δεν είναι εύκολο, βέβαια, να κουβαλάς ένα ογκώδες όργανο όπως το μπάσο, επιπλέον το πρόγραμμα είναι αυστηρό και απαιτεί πειθαρχία. Πρέπει να φροντίζω να παίζουμε κάθε βράδυ σε διαφορετική πόλη, γιατί αλλιώς έρχονται ακριβά οι περιοδείες».

– Το τρίτο προσωπικό σας άλμπουμ, το «Chroma», είναι πιο εξωστρεφές.

– Εχει πράγματι ένα πιο αισιόδοξο αίσθημα, ίσως επειδή είναι live ηχογράφηση (στο Πολιτιστικό Κέντρο του Ιδρύματος Ωνάση στη Νέα Υόρκη), κι έχει μια διαφορετική ενέργεια. Οι δύο προηγούμενοι δίσκοι ως ύφος ήταν πιο νοσταλγικοί και μελαγχολικοί. Η ιδέα του δίσκου είναι απάντηση στην ερώτηση: τι είναι αυτό που σχηματίζει την προσωπικότητά μας. Ο χαρακτήρας είναι σχεδιασμένος από τα συναισθήματα, τις σκέψεις, τις ιδέες, τους στόχους, τις εμπειρίες, τους φόβους που έχουμε.

– Ο δίσκος τελειώνει με το «Χαρικλάκι» του Παναγιώτη Τούντα. Είναι ευχάριστο να ακούς ένα ελληνικό κομμάτι 84 ετών να το παίζει ένας κοσμοπολίτης μουσικός σε διεθνές κοινό. Γιατί το διαλέξατε;

– Το τραγουδάει ένας Ελληνοαμερικανός ουτίστας από το Νιου Τζέρσεϊ, ο Μαυρουδής Κοντάνης, με τον οποίο είχα συνεργαστεί όταν ήρθα στη Ν. Υόρκη και έπαιζα μπασοκίθαρο σε ένα ρεμπέτικο σχήμα για να βγάλω τα προς το ζην. Αυτά τα δύο χρόνια έμαθα πολλά για τα σμυρναίικα και τα ρεμπέτικα. Το «Χαρικλάκι» είναι ένα από τα αισιόδοξα ελληνικά κομμάτια που αγαπώ πολύ. Στους ξένους αρέσει γιατί ακούν κάτι εξωτικό και συνάμα οικείο.

– Από τις πρώτες δουλειές σας («Contextual» και «Minor Dispute»), σας αναγνώρισαν αμέσως. Ηταν τόσο εύκολο;

– Στη Ν. Υόρκη, αν είσαι καλός και το έργο σου είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς, αναγνωρίζεται. Υπάρχει αξιοκρατία και νομίζω μεγαλύτερη από εκείνη στην Ευρώπη. Στην Ελλάδα σε αποδέχονται ευκολότερα αν σε αναγνωρίσουν πρώτα οι ξένοι. Ολα αυτά τα χρόνια, από το 2005, κάνω μια ανθρωπολογική έρευνα εξ αποστάσεως για την Ελλάδα. Εχουμε πολύ καλά στοιχεία, αλλά και πολλά που μας κρατάνε πίσω. Δεν στέκομαι στην καχυποψία, όσο στον επαγγελματισμό. Αναφέρομαι στον εγωισμό μας μέσα στις ομάδες. Ο σεβασμός στον άλλον, η ηθική διαλόγου και η ηθική εργασίας είναι ζητήματα που πρέπει να λύσουμε.

– Τις δυσάρεστες ελληνικές συνήθειες τις εντοπίσατε αμέσως όταν πήγατε για σπουδές ή ύστερα από χρόνια εργασίας εκεί;

– Οταν πρωτοπήγα στην Ολλανδία, όπου ξεκίνησα σπουδές κοντραμπάσου στο Conservatorium van Amsterdam, και έπειτα στο Aaron Copland School of Music στη Νέα Υόρκη, ήμουν λίγο σνομπ. Θεωρούσα ότι όλα στην Ελλάδα ήταν καλύτερα. Οι ανθρώπινες σχέσεις στην Ελλάδα είναι ουσιαστικότερες στη δύσκολη στιγμή. Οι Βόρειοι έχουν πιο ισχυρό το ένστικτο της επιβίωσης, σκέφτονται πιο πολύ τον εαυτό τους, τη δουλειά τους, γιατί έχουν συνηθίσει σε βαρετούς δύσκολους χειμώνες, ενώ εμείς σε ένα πιο αισιόδοξο κλίμα.

– Τα οικογενειακά ακούσματα ποια ήταν στη Ζάκυνθο;

– Οι γονείς μου ήταν εκπαιδευτικοί. Για έξι χρόνια εργάστηκαν σε σχολεία στη Γερμανία. Γεννήθηκα όταν επέστρεψαν και μέχρι τα 18 μου άκουγα πολύ ραδιόφωνο της εποχής. Ελληνική μουσική, καντάδες, ηπειρώτικα που αρέσουν στον πατέρα μου, καθώς και δίσκους κλασικής, που έφεραν από τη Γερμανία. Στα πέντε μου ανακάλυψα πώς λειτουργεί το πικάπ. Ηταν ένα φοβερό παιχνίδι που με έμαθε να ακούω μουσική.

– Με ποιον τρόπο βλέπετε τη μουσική;

– Θέλω να πω μια ιστορία που να ταξιδεύει. Ο ακροατής αποφασίζει πού τον πάει, αλλά εγώ ως δημιουργός θέλω να παρέχω το στόρι στη μουσική μου.

– Οταν έρχεστε στην Ελλάδα, πώς βλέπετε τους ομότεχνους της γενιάς σας που έμειναν εδώ;

– Μεγαλώσαμε σε μια εποχή όπου οι γονείς μας είχαν περισσότερα χρήματα και μπορούσαν να μας παράσχουν καλύτερη εκπαίδευση. Η γενιά μου έχει καλές σπουδές, περισσότερα προσόντα, αλλά είναι άνεργη. Το μυστικό είναι η επιχειρηματική πρωτοβουλία, αλλά στην Ελλάδα είναι ταμπού. Το Ιντερνετ είναι ένα μέσον να προχωρήσουμε. Μεγαλώσαμε περιμένοντας την έγκριση των άλλων: του δασκάλου, των γονιών μας, των φίλων, να μας πουν αν αξίζουμε. Γι’ αυτό τα παιδιά πηγαίνουν στα ριάλιτι. Για να προχωρήσουμε, πρέπει να πιστέψουμε περισσότερο στον εαυτό μας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ