ΒΙΒΛΙΟ

Τα ασαφή όρια μεταξύ καλού και κακού

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΚΑΛΟΣΠΥΡΟΣ

Η κινηματογραφική μεταφορά από τον Μπέλα Ταρ του δεύτερου μέρους της «Μελαγχολίας της αντίστασης», με τίτλο «Οι αρμονίες του Βερκμάιστερ», παραμένει μία από τις πιο επιτυχημένες αναγνώσεις του βιβλίου.

LASZLO KRASZNAHORKAI
Η μελαγχολία της αντίστασης
μτφρ.: Ιωάννα Αβραμίδου
εκδ. Πόλις, σελ. 416

Σ’ ένα σημείο στη μελέτη του, «Σαίξπηρ, ο σύγχρονός μας», ο Γιαν Κοτ αφουγκράζεται τις θεολογικές και φιλοσοφικές αντηχήσεις του «Βασιλιά Ληρ» στο «Περιμένοντας τον Γκοντό» και στο «Τέλος του παιχνιδιού», τα δύο από τα τέσσερα μείζονα θεατρικά έργα του Σάμιουελ Μπέκετ (τα άλλο δύο είναι οι «Ευτυχισμένες μέρες» και η «Τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ»). Ορισμένες αναλογίες που διακρίνει ανάμεσα στα έργα είναι εύστοχες και τεκμηριωμένες· κάποιες άλλες είναι υπερβολικές και παρατραβηγμένες. Ωστόσο, η τοποθέτηση στο ίδιο κάδρο του Χαμ από το «Τέλος του παιχνιδιού» και του βασιλιά Ληρ από το ομώνυμο έργο, είναι από εκείνες τις αντιστοιχίσεις που κάνουν τον αναγνώστη να αισθάνεται ένα σκίρτημα, ένα τράνταγμα, καθώς τον διαπερνά, απελευθερωμένη, η ηλεκτρική ενέργεια μιας στιγμιαίας ενόρασης: «Ο Χαμ εξακολουθεί να είναι ο αφέντης και η αναπηρική πολυθρόνα του θυμίζει θρόνο. Στην παράσταση του έργου στο Λονδίνο φορούσε μια ξεθωριασμένη πορφύρα και σφούγγιζε το πρόσωπό του μ’ ένα ματοβαμμένο μαντίλι. Ηταν, όπως ο βασιλιάς Ληρ, ένας ξεπεσμένος και ανίσχυρος τύραννος, ένα “ερειπωμένο κομμάτι φύσης”».

Σαν «ξεπεσμένος και ανίσχυρος τύραννος» και ακόμη περισσότερο σαν «ένα ερειπωμένο κομμάτι φύσης» μοιάζει και ο κύριος Εστερ, καθώς υποδέχεται «με μια αυταρχική χειρονομία» τον αφοσιωμένο βοηθό του, Βάλουσκα. Το επεισόδιο λαμβάνει χώρα στο σπίτι του κ. Εστερ, στο δεύτερο μέρος της «Μελαγχολίας της αντίστασης», του μυθιστορήματος που εξέδωσε το 1989 ο σπουδαίος και δικαίως πολυβραβευμένος Ούγγρος πεζογράφος, Λάζλο Κρασναχορκάι. Μπορεί ο κ. Εστερ να μην είναι καθηλωμένος σε μια αναπηρική πολυθρόνα σαν τον Χαμ, ωστόσο είναι κι αυτός αυτοεξόριστος από τον επικίνδυνο κόσμο των κοινών συνηθειών και των απρόβλεπτων ανατροπών τους, περνώντας το μεγαλύτερο διάστημα της ημέρας ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, σε μια ενδιάμεση κατάσταση πνευματικής διαύγειας και κατατονίας. Και μπορεί ο Βάλουσκα, αυτός ο φάρος καλοσύνης και ανιδιοτέλειας, να μη διαθέτει προφανώς τον κλοουνίστικο σαδισμό του Κλοβ, του υπηρέτη του Χαμ στο «Τέλος του παιχνιδιού», ωστόσο, όπως ο Κλοβ, βρίσκεται κι αυτός σε αέναη κίνηση διαγράφοντας μάταια κύκλους και σπείρες γύρω από τον εγκλωβισμένο και σχεδόν ακινητοποιημένο κ. Εστερ, το κέντρο βάρους της ύπαρξής του, τον οποίο επίσης ενημερώνει για τα τεκταινόμενα στον έξω κόσμο. Και άλλωστε, όπως ο Κλοβ και ο γελωτοποιός του βασιλιά Ληρ, οι μακρινοί πρόγονοί του, έχει κι ο Βάλουσκα το ταλέντο να διασκεδάζει τους ανθρώπους γύρω του· την πρώτη φορά που τον αντικρίζουμε, στην αρχή του δεύτερου μέρους, προσπαθεί να μεταλαμπαδεύσει στους θαμώνες ενός καφενείου το δέος και τον θαυμασμό για τις κινήσεις των ουράνιων σωμάτων, αναμειγνύοντάς τους σε μια κωμικά μελαγχολική περφόρμανς.

Οι ομοιότητες της «Μελαγχολίας της αντίστασης» με το «Τέλος του παιχνιδιού» δεν σταματούν εδώ. Καθώς τελειώνει με την ωμή, κλινική περιγραφή των βιοχημικών διαδικασιών αποσύνθεσης του πτώματος μιας από τις κεντρικές ηρωίδες, της ίδιας που πρωταγωνιστεί στο εισαγωγικό κεφάλαιο του βιβλίου, το μυθιστόρημα του Κρασναχορκάι φέρει μέσα του τον σπόρο της φράσης που φυτεύτηκε στο «Τέλος του παιχνιδιού», το ζοφερότερο από τα έργα του Μπέκετ: «Το τέλος βρίσκεται μες στην αρχή, κι ωστόσο συνεχίζουμε». Ομως η «Μελαγχολία της αντίστασης» απομακρύνεται από την μπεκετική αλληγορία για τον αφανισμό του όντος με δύο τρόπους. Ανάμεσα στον Βάλουσκα και στον κ. Εστερ αναπτύσσεται ένας ισχυρός δεσμός αλληλοσεβασμού και φιλίας και όχι παθολογικής, κακοφορμισμένης εξάρτησης όπως στην περίπτωση των Χαμ και Κλοβ. Μάλιστα, όταν οι δυο τους κάνουν έναν περίπατο στους παγωμένους δρόμους της επινοημένης ουγγρικής πολίχνης στην οποία εκτυλίσσεται η υπόθεση, με τον κ. Εστερ υποβασταζόμενο από τον Βάλουσκα, οι ήρωες σπάνε οριστικά τα προπατορικά τους καλούπια: είναι η στιγμή που ο Κρασναχορκάι ολοκληρώνει την αναγκαία συγγραφική πατροκτονία. Επιπρόσθετα, η «Μελαγχολία της αντίστασης» δεν περιορίζεται στις διαστάσεις της ατομικής υπαρξιακής συνθήκης, αντίθετα φιλοδοξεί – και καταφέρνει στον μέγιστο βαθμό – να αποτυπώσει τον αργό θάνατο μιας ολόκληρης κοινωνίας.

Οι δρόμοι της πόλης είναι γεμάτοι σκουπίδια, τα κτίρια σημαδεμένα από τις ουλές του χρόνου· μια ατμόσφαιρα παρακμής διαχέεται μέσα από τη μοναξιά και την ξιπασιά που αναδίδουν οι μονόλογοι της φαντασμένης κ. Εστερ καθώς κι από τα επιθετικά ή περιπαικτικά βλέμματα που οι κάτοικοι της πολίχνης εκτοξεύουν προς στον αλαφροΐσκιωτο, μα κάθε άλλο παρά ανόητο Βάλουσκα. Η έλευση της γιγαντιαίας φάλαινας, της αινιγματικής ατραξιόν που έχει να επιδείξει το τσίρκο που καταφτάνει στην πόλη, σε συνδυασμό με την εισβολή μιας ομάδας ταραχοποιών η οποία υποτίθεται ότι ακολουθεί το τσίρκο στους σταθμούς της περιοδείας του, πυροδοτούν όργια φημών και ενεργοποιούν αρχέγονες προκαταλήψεις, τροφοδοτώντας συνεχώς με καύσιμα τον κλίβανο της μαζικής υστερίας, ενόσω οι επιθέσεις σε πολίτες και οι βάναυσες λεηλασίες θα δώσουν τη χαριστική βολή στην ετοιμοθάνατη κοινότητα. Το τέλος βρίσκεται μες στην αρχή κι ωστόσο κάποιοι συνεχίζουν ακάθεκτοι: επωφελούμενοι από τις συνθήκες πολιτικής αποσταθεροποίησης και ηθικής εξαχρείωσης, οι καιροσκόποι αξιοποιούν την ευκαιρία για να ανέλθουν χωρίς κόπο στα υψηλότερα τοπικά αξιώματα.

Η σύγχρονη ουγγρική λογοτεχνία

Η «Μελαγχολία της αντίστασης» ανήκει χωρίς αμφιβολία στα κορυφαία μυθιστορήματα του Ούγγρου συγγραφέα· είναι λιγότερο διασκεδαστικό σε σύγκριση με το «Πόλεμος και πόλεμος», αλλά το ίδιο σημαντικό από άποψη φιλοσοφικού οράματος και κοινωνικής κριτικής με το εκθαμβωτικό ντεμπούτο του, το αμετάφραστο στη γλώσσα μας «Satantango». Η κινηματογραφική μεταφορά από τον Μπέλα Ταρ του δεύτερου και μεγαλύτερου μέρους της «Μελαγχολίας της αντίστασης», με τίτλο «Οι αρμονίες του Βερκμάιστερ», παραμένει μια από τις πιο επιτυχημένες αναγνώσεις του βιβλίου. Οι αργοί χρόνοι, τα στατικά πλάνα, η υπομονετική αναπαράσταση της ζωής από τον Ταρ φαίνονται με μια πρώτη ματιά σαν να προδίδουν αισθητικά την ποιητική της παράνοιας που υποδαυλίζει ο καταρρακτώδης μακροπερίοδος λόγος του συγγραφέα, ο οποίος ευτυχώς έχει αποδοθεί σε όμορφα και ρέοντα ελληνικά από την Ιωάννα Αβραμίδου.

Αλλοι συγγραφείς

Στην πραγματικότητα, η οπτική του σκηνοθέτη όχι μόνο δεν προδίδει το πνεύμα του βιβλίου, αλλά αντίθετα αναδεικνύει τη μορφή και το περιεχόμενό του. Διότι, η παράνοια και η εντροπία, μας λέει ο Κρασναχορκάι, δεν είναι οι κρίσεις πανικού που επιφέρουν στο σώμα και στο μυαλό της κοινωνίας οριακές καταστάσεις σε ακραίους καιρούς. Είναι οι νόρμες των σύγχρονων κοινωνιών· είναι οι πραγματικές δυνάμεις που τις διαφεντεύουν. Πίσω από το στεγνό πρόσωπο μιας υπερφιλόδοξης ηρωίδας όπως η κυρία Εστερ ή τα αθώα και κοκαλωμένα σε μια έκφραση θλιμμένης ανησυχίας χαρακτηριστικά του αξιαγάπητου Βάλουσκα, κρύβεται ένας κοινός παρονομαστής: η ανεξέλεγκτη και ακατανόητη συνείδηση που κοχλάζει.

Ο Κρασναχορκάι δεν είναι ο μοναδικός σύγχρονος Ούγγρος συγγραφέας που γράφει μεγάλες, δαντελωτές προτάσεις κι επιστρατεύει την αλληγορία και τον υπαινιγμό ως αφηγηματικές μεθόδους. Το ίδιο κάνουν και οι άλλοι σπουδαίοι συμπατριώτες ομότεχνοί του, όπως ο Πέτερ Νάντας και οι, αποβιώσαντες το 2016, Ιμρε Κέρτες και Πέτερ Εστερχάζι. Ο τελευταίος μάλιστα –γόνος της πλέον ιστορικής οικογένειας της Ουγγαρίας, τη μυθιστορηματική διαδρομή της οποίας ανά τους αιώνες περιγράφει στο αριστούργημά του, την εκκεντρική και απόκοσμη «Ουράνια αρμονία», και αδερφός του «κόμη» Μάρτον Εστερχάζι, του βιρτουόζου επιτελικού μέσου που αγωνίστηκε στην ΑΕΚ στα μέσα της δεκαετίας του ’80– σε συνέντευξή του είχε υποστηρίξει ότι η ουγγρική γλώσσα, με την πολύπλοκη γραμματική της (για παράδειγμα τα ουγγρικά διαθέτουν ούτε λίγο ούτε πολύ δεκαοκτώ πτώσεις) και την ιδιόρρυθμη σύνταξή της, κατά κάποιον τρόπο ενθαρρύνει τους συγγραφείς να γράφουν πολυπλόκαμες, λαβυρινθώδεις προτάσεις.

«Σχολή»

Οι πλούσιοι συμβολισμοί, οι αναξιόπιστοι αφηγητές, οι έκκεντρες ιστορίες που εγκιβωτίζονται στη ροή της αφήγησης, στρατηγικές που υιοθέτησαν οι τέσσερις πεζογράφοι, δεν προέκυψαν μονάχα ως αισθητικές επιλογές που υπαγορεύτηκαν από τη μοντερνιστική πρωτοπορία. Ηταν, πρωτίστως, τα τεχνάσματα που μετήλθαν προκειμένου να γλιτώσουν από τη λογοκρισία του απολυταρχικού κομμουνιστικού καθεστώτος στη χώρα τους· ήταν απλώς οι τρόποι που διέθεταν για να επιβιώσουν.

Παρότι ο νομπελίστας Ιμρε Κέρτες διατηρούσε αμφίθυμα συναισθήματα για την εθνική του ταυτότητα και μολονότι τα πιο γνωστά βιβλία του εντάσσονται στην επονομαζόμενη «λογοτεχνία του Ολοκαυτώματος», με τους άλλους τρεις συγγραφείς μοιράζεται, εκτός από όσα στοιχεία προαναφέρθηκαν, την αγωνία για τον θάνατο και τη φθορά καθώς επίσης και την πίστη στην αδυναμία της γλώσσας να αναπαραστήσει ορθά την πραγματικότητα. Ιδιαίτερα επιτυχημένοι, ειδικά στη Γερμανία, όπου και οι τέσσερις χαίρουν καθολικής αποδοχής και σεβασμού, οι Νάντας, Κέρτες, Εστερχάζι και Κρασναχορκάι είναι οι επιφανέστεροι εκπρόσωποι μιας κορυφαίας ευρωπαϊκής λογοτεχνικής σχολής, που δεν έχει διαβαστεί και εκτιμηθεί στη χώρα μας όπως της αξίζει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ