ΒΙΒΛΙΟ

Μεγάλη αναταραχή, φρικαλέα κατάσταση

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Ο Μάο ξεχωρίζει μέσα στην πυκνή κινεζική ομίχλη. Τον Μάιο του 1966 ο Μάο ενέκρινε μια μυστική εγκύκλιο που κήρυττε τον πόλεμο σε «όλους τους εκπροσώπους της μπουρζουαζίας» στο Κόμμα, στην κυβέρνηση, στον στρατό και σε «διάφορες σφαίρες του πολιτισμού».

FRANK DIKOTTER
The Cultural Revolution: A People’s History 1962-1976
εκδ. Bloomsbury, Λονδίνο, 2016

Τι ήταν η Πολιτιστική Επανάσταση; Στο ερώτημα αυτό απαντά, με νέα στοιχεία, το βιβλίο «The Cultural Revolution: A People’s History 1962-1976» του Φρανκ Ντικέτερ, ο τρίτος τόμος της επιβλητικής τριλογίας που καλύπτει την περίοδο του Μάο, από τον κινεζικό Εμφύλιο και το Μεγάλο Αλμα προς τα Εμπρός ώς το τέλος της ζωής του. 

Ο Ολλανδός ιστορικός, καθηγητής στην Εδρα Ανθρωπιστικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Χονγκ Κονγκ, ήταν από τους πρώτους δυτικούς ακαδημαϊκούς στους οποίους δόθηκε πρόσβαση στα αρχεία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας. Το βιβλίο του ξεκινά στον απόηχο της μαζικής καταστροφής του Μεγάλου Αλματος, που σύμφωνα με τον συγγραφέα οδήγησε στον θάνατο 45 εκατομμυρίων ανθρώπων (αριθμός σημαντικά υψηλότερος από τις παλαιότερες εκτιμήσεις). Το άστρο του Μάο είχε ξεθωριάσει. Στη μεγάλη συνάντηση των «7.000 στελεχών» στο Πεκίνο στις αρχές του 1962, ο Λιου Σάο Σι, που είχε διαδεχθεί τον Μάο ως πρόεδρος της Κίνας, χαρακτήρισε την πολιτική ραγδαίας μετάβασης της αγροτικής οικονομίας στον κομμουνισμό ως «ανθρωπογενή καταστροφή» – μία «βόμβα» που «έκοψε την αναπνοή του ακροατηρίου», γράφει ο Ντικέτερ.

Ο συγγραφέας αφηγείται πώς ο Μάο, στοιχειωμένος από τη μεταθανάτια αποκήρυξη του Στάλιν από τον Χρουστσόφ και αποφασισμένος να αποφύγει την ίδια τύχη, ξεκίνησε μία σειρά εκστρατειών για την παλινόρθωση της κομμουνιστικής ορθοδοξίας, όπως αυτός την όριζε, με απώτερο σκοπό την εξόντωση όσων θεωρούσε ότι απειλούσαν την πρωτοκαθεδρία του. Η διαδικασία αυτή εκρίζωσης των υπολειμμάτων του καπιταλιστικού τρόπου σκέψης, ιδιαίτερα στο πεδίο του πολιτισμού, οδήγησε στο ξέσπασμα της Πολιτικής Επανάστασης τον Μάιο του 1966. 

Τον μήνα εκείνο, ο Μάο καθαίρεσε τέσσερα κορυφαία στελέχη του Κόμματος, μεταξύ των οποίων, τον δήμαρχο του Πεκίνου και τον επιτελάρχη του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού, ως εχθρούς του Κόμματος που σχεδίαζαν πραξικόπημα. Τις ίδιες μέρες ενέκρινε μία μυστική εγκύκλιο που κήρυττε τον πόλεμο σε «όλους τους εκπροσώπους της μπουρζουαζίας» στο Κόμμα, την κυβέρνηση, στον στρατό και «διάφορες σφαίρες του πολιτισμού». Ακολούθησε η σύσταση της Ομάδας της Πολιτιστικής Επανάστασης με τη συμμετοχή της συζύγου του, Τζιανγκ Τσινγκ, που θα γινόταν το κορυφαίο όργανο του κράτους για τα επόμενα χρόνια.

Υπό την καθοδήγηση της ομάδας αυτής, ξεκίνησε ένας ευρύτατος αναβρασμός, αρχικά στα σχολεία και στα πανεπιστήμια. Μαθητές και φοιτητές, ξεσηκωμένοι από πύρινα άρθρα στον επίσημο Τύπο, άρχισαν να βιαιοπραγούν εναντίον δασκάλων και καθηγητών που έκριναν ότι ήταν ένοχοι αντεπαναστατικών τάσεων. Τους προπηλάκιζαν, τους έβαζαν να φοράνε γύρω από τον λαιμό τους πλακάτ με φράσεις όπως «κατάσκοποι των ιμπεριαλιστών», τους έλουζαν με μελάνι. Με τον Μάο να κρατά αποστάσεις στην πρώτη φάση, ηγέτες όπως ο Λιου και ο Ντενγκ Χσιαοπίνγκ επιχείρησαν να επιβάλουν κάποια τάξη, στέλνοντας ομάδες εργασίας για να θέσουν υπό έλεγχο τις πιο ακραίες συμπεριφορές.

Τον Ιούλιο, ο Μάο επέστρεψε στη δημόσια ζωή, με το κολύμπι του στον ποταμό Γιανγκτζέ, και κατακεραύνωσε όσους «επιχειρούν να καταστείλουν το φοιτητικό κίνημα». Οι ομάδες εργασίες σύντομα διαλύθηκαν. Στις αρχές Αυγούστου, ο Κινέζος δικτάτορας έστειλε μήνυμα στήριξης στους μαθητές και στους φοιτητές, διαβεβαιώνοντάς τους ότι «το να επαναστατείς είναι δικαιολογημένο». Το σκηνικό είχε προετοιμαστεί για τον «Κόκκινο Αύγουστο»: νεαροί Ερυθροί Φρουροί εμφανίστηκαν ανά τη χώρα, «ταγμένοι στην υπεράσπιση του προέδρου Μάο και της επανάστασής του μέχρι θανάτου», γράφει ο Ντικέτερ.

Δεν άργησαν να καταγραφούν οι πρώτες δολοφονίες δασκάλων και διοικητικών υπαλλήλων στα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Στη συνέχεια το κύμα βίας επεκτάθηκε στους «διανοούμενους της μπουρζουαζίας», σε συμμαθητές των Ερυθρών Φρουρών αστικής καταγωγής και στις οικογένειές τους. Οπως αφηγείται ο συγγραφέας: «Ανά την πρωτεύουσα, λίστες εμφανίζονταν στους τοίχους, υπογεγραμμένες από τοπικές επιτροπές του Κόμματος και αστυνομικά τμήματα. Κατονόμαζαν ανθρώπους με την ηλικία τους και την ταξική τους καταγωγή». Σύμφωνα με μία συντηρητική εκτίμηση, 1.770 άτομα έχασαν τη ζωή τους σε αυτό το πρώτο ξέσπασμα της ερυθρής τρομοκρατίας μόνο στο Πεκίνο ώς τα τέλη Σεπτεμβρίου.

Στους άγριους εκείνους πρώτους μήνες, τα θύματα της βίας δεν ήταν μόνο ανθρώπινα. Αμέτρητα αρχαία μνημεία, ναοί και ιεροί χώροι του Χριστιανισμού, του Ταοϊσμού και του Βουδισμού γκρεμίστηκαν ή παραδόθηκαν στις φλόγες από την επαναστατική μανία των Ερυθρών Φρουρών. Από τους 50.000 τάφους ξένων που υπήρχαν στην Κίνα το 1966, περισσότεροι από τους μισούς είχαν καταστραφεί ώς το τέλος της Πολιτιστικής Επανάστασης. Οτιδήποτε έφερνε στον νου το παλαιό καθεστώς ήταν στόχος: τα ανθοπωλεία, η χρήση μακιγιάζ, τα είδη πορσελάνης, τα περίτεχνα κουρέματα, τα βιβλία ξένων συγγραφέων, ακόμα και οι γάτες, που θεωρούνταν «σύμβολο της παρακμής της μπουρζουαζίας». Οι Ερυθροί Φρουροί έμπαιναν στα σπίτια ταξικά ύποπτων συμπολιτών τους και ό,τι δεν «απαλλοτρίωναν», το διέλυαν.

Ο Ντικέτερ περιγράφει λεπτομερώς την ομοβροντία της προπαγάνδας, με τηλεβόες, πόστερ και κάθε άλλο μέσο να μεταδίδουν συνεχώς τη διδασκαλία του Μάο (ακόμα και στις πτήσεις εσωτερικού, οι αεροσυνοδοί διάβαζαν στους επιβάτες αποσπάσματα από το Μικρό Κόκκινο Βιβλίο). Το βιβλίο αναδεικνύει πώς ένας πληθυσμός βυθισμένος στον φόβο και στην αβεβαιότητα για το τι συνιστούσε έγκλημα κατά της νέας και διαρκώς μεταβαλλόμενης προλεταριακής ορθοδοξίας, υιοθέτησε μία ακραία εκδοχή του καλτ της προσωπικότητας του Μάο, η λατρεία του οποίου ήταν ίσως η μόνη μορφή πολιτιστικής έκφρασης που ήταν ασφαλής (στο ζενίθ της Πολιτιστικής Επανάστασης, όπως αναφέρεται στο βιβλίο, παράγονταν ετησίως 2 με 5 δισεκατομμύρια κονκάρδες του Μάο). Ακόμα και σε αυτό το μέτωπο, όμως, οι συνέπειες για καλλιτέχνες που έκαναν μικρά λάθη στην απεικόνιση του Μεγάλου Ηγέτη ήταν ενίοτε βαριές.

Το κεντρικό χαρακτηριστικό της Πολιτιστικής Επανάστασης ήταν το χάος. Η μετανάστευση εκατομμυρίων Ερυθρών Φρουρών στο Πεκίνο για να συμμετάσχουν σε μαζικές συγκεντρώσεις υπό το βλέμμα του Μάο αποδιοργάνωσε το εκπαιδευτικό σύστημα και δοκίμασε τα όρια του σιδηροδρομικού δικτύου και τις αντοχές των κρατικών ταμείων, που παρείχαν στους εξεγερμένους νεαρούς δωρεάν εισιτήρια, τροφή και στέγη. Παράλληλα, ο ξεσηκωμός των εργατών κατά των επικεφαλής των εργοστασίων και των τοπικών ηγεσιών, με τη στήριξη του Μάο, καθήλωσε τη βιομηχανική παραγωγή. Ο συνωστισμός στα τρένα και στις πόλεις, και η απροθυμία του ΚΚΚ να δεχθεί εξωτερική βοήθεια, οδήγησε σε ένα τρομακτικό ξέσπασμα του ιού της μηνιγγίτιδας το 1966-7, που άφησε πίσω του 160.000 νεκρούς. 

Οι συνεχείς αλλαγές γραμμής από την Ομάδα της Πολιτιστικής Επανάστασης ενέτειναν την αναταραχή. Με κάθε μεταστροφή, τα θύματα του προηγούμενου γύρου στρέφονταν με μένος κατά των μέχρι πρότινος βασανιστών τους, με αποτέλεσμα σε κάποιες περιοχές οι συγκρούσεις να εξελιχθούν σε μικρούς εμφυλίους – με την ενθάρρυνση της ηγετικής ομάδας στο Πεκίνο. Ο Μάο προσπάθησε στις αρχές του 1967 να θέσει υπό έλεγχο την κατάσταση ενεργοποιώντας τον στρατό, που επανέφερε την τάξη χρησιμοποιώντας βάναυσα μέσα καταστολής. Λίγους μήνες αργότερα, φοβούμενος ότι θα σβήσει η φωτιά της Επανάστασης, ο Μάο θωράκισε τους Ερυθρούς Φρουρούς από τις ένοπλες δυνάμεις. Οι δυνάμεις του χάους είχαν ξανά το πάνω χέρι. Εν τω μεταξύ, ο ένας μετά τον άλλο οι επίδοξοι διάδοχοι του Μεγάλου Ηγέτη έπεφταν σε δυσμένεια και εξαφανίζονταν – πολιτικά και βιολογικά.

Ο επαναστατικός αναβρασμός, περνώντας από διάφορες φάσης ύφεσης και αναζωπύρωσης, συνεχίστηκε μέχρι τον θάνατο του Μάο, τον Σεπτέμβριο του 1976. Ο συγγραφέας υπολογίζει ότι 1,5-2 εκατομμύρια Κινέζοι έχασαν τη ζωή τους από την πολιτική βία που γέννησε η Πολιτιστική Επανάσταση (υπήρξαν ακόμα και κρούσματα κανιβαλισμού).

Το 1981, το ΚΚΚ, υπό την καθοδήγηση πλέον του Ντενγκ, καταδίκασε την «εσφαλμένη ηγεσία του Μάο Τσετούνγκ» για τη «σοβαρή καταστροφή και αναταραχή» της Πολιτιστικής Επανάστασης. Ωστόσο, ακόμα και σήμερα, σαράντα χρόνια μετά, το Κόμμα επιχειρεί να καταπιέσει τη δημόσια συζήτηση για την ταραγμένη εκείνη περίοδο, ώστε να μην αμφισβητηθεί το πολιτικό του μονοπώλιο. Χώρες πιο ελεύθερες, στις οποίες πολλοί εξακολουθούν να βλέπουν τον κομμουνισμό ως μία απελευθερωτική ιδεολογία, έχουν πολλά να διδαχθούν από το βιβλίο του Ντικέτερ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ