ΒΙΒΛΙΟ

Την ημέρα που η Κούβα άλλαξε νόμισμα και όλα ανατράπηκαν

ΝΙΚΟΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ

Αβάνα, 2016. Την Παρασκευή 4 Αυγούστου 1961, η κυβέρνηση της Κούβας ανακοίνωσε αιφνιδίως ότι την επόμενη ημέρα θα άλλαζε το νόμισμα της χώρας, αφού προηγουμένως είχε εθνικοποιήσει τις τρεις μεγαλύτερες τράπεζες.

ΠΕΔΡΟ ΧΟΥΑΝ ΓΚΟΥΤΙΕΡΕΣ
Βρόμικη σάρκα
μτφρ.: Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 292

Πώς αλλάζει μια μικρή, πλην υπερήφανη, χώρα νόμισμα όταν αντιστέκεται στον ιμπεριαλισμό; Η απάντηση είναι απλή και αποτελεί ίσως οδηγό και για άλλες ηρωικές χώρες που θα αποφασίσουν στο μακρινό μέλλον παρόμοια άλματα.

Είναι η πρώτη φάση της νομισματικής αλλαγής, που συνέβη στην Κούβα το 1961 και περιγράφει εκτενώς στο τελευταίο βιβλίο του ο Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες (γενν. Αβάνα 1950).

Την Παρασκευή 4 Αυγούστου του 1961 η κυβέρνηση της Κούβας ανακοίνωσε αιφνιδίως ότι την επόμενη μέρα θα άλλαζε το νόμισμα της χώρας, αφού προηγουμένως είχε εθνικοποιήσει τις τρεις μεγαλύτερες τράπεζες και είχε εγκαταλείψει την ισοτιμία με το αμερικανικό δολάριο (1 πέσο=1 δολάριο).

«Σε κάθε πολίτη επιτρεπόταν πια να αλλάξει διακόσια (παλαιά) πέσος σε νέα μετρητά και να έχει καταθέσεις έως δέκα χιλιάδες πέσος στην τράπεζα, με δικαίωμα όμως να σηκώνει μόνο εκατό πέσος τον μήνα. Εάν είχε περισσότερα, τα έχανε. Το νέο δημοσιεύτηκε ταυτόχρονα σε όλες τις εφημερίδες και το επαναλάμβαναν συνέχεια στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση».

Ο Γκουτιέρες θυμάται για λογαριασμό μας εκείνη την καλοσχεδιασμένη επιχείρηση, επιφυλάσσοντας πάντα για τον εαυτό του τη στάση του αποστασιοποιημένου παρατηρητή, που αφηγείται πια μια τελειωμένη ιστορία.

«Ολα είχαν σχεδιαστεί μήνες νωρίτερα, όταν παρήγγειλαν στα νομισματοκοπεία της τότε σοσιαλιστικής (και ενιαίας) Τσεχοσλοβακίας τα νέα χαρτονομίσματα με την υπογραφή του κομαντάτε Τσε, διοικητή της Εθνικής Τράπεζας». Τα κιβώτια με το νέο νόμισμα ξεφορτώθηκαν στο λιμάνι της Αβάνας τον Ιούνιο και αποθηκεύτηκαν προσμένοντας την κατάλληλη ημέρα για την πρώτη κυκλοφορία.

Ακολουθεί η δεύτερη φάση. Το Σάββατο 5 Αυγούστου 1961 ήταν η μοναδική ημέρα που είχε οριστεί για την ανταλλαγή των νομισμάτων, όχι μονάχα των παλιών με τα νέα, αλλά και των ξένων (δολάρια, λίρες), που κάποιοι ακόμη έκρυβαν στα στρώματα. «Εκείνη την ημέρα, όλοι οι Κουβανοί, έξι εκατομμύρια άνθρωποι υποτιμήθηκαν. Σαν κίνηση καράτε. Αριστοτεχνικά. Σε μια στιγμή έπαψε να υφίσταται ανώτερη, μέση και κατώτερη τάξη. Τώρα ήταν όλοι πραγματικά φτωχοί. Από όλες τις απόψεις. Οχι μόνο οικονομικά. Ηταν μόνο η αρχή…».

Το καλύτερο θα ερχόταν μετά: τα εμπορικά καταστήματα που έκλειναν ολοένα αυξάνονταν, πολλοί άνθρωποι άρχισαν να κρύβουν τρόφιμα σε μεγάλες ποσότητες, η έλλειψη βενζίνης ήταν πια αισθητή σε ολόκληρο το νησί.

Και όμως το βιβλίο του Γκουντιέρες δεν είναι πολιτικο-οικονομικό δοκίμιο, ούτε καν τεκμηριωτική μυθοπλασία. Ο επονομαζόμενος από τους κριτικούς και «Μπουκόφσκι της Καραϊβικής», ο οποίος στο παρελθόν προτιμούσε να αποτυπώνει στα έργα του τη ζωή περιθωριακών τύπων της Αβάνας, δίχως να καταλογίζει στο καθεστώς του Κάστρο πολιτικές ευθύνες, επανέρχεται στο γνώριμο αφηγηματικό του στυλ παρουσιάζοντας την ιστορία μιας παράξενης φιλίας, με έντονα αυτοβιογραφικό χρώμα, που γεννήθηκε με την επανάσταση και χάθηκε μαζί της. Ωστόσο, ο συγγραφέας, αν και αποφεύγει την «κατά μέτωπον» επίθεση, γνωρίζει καλά ότι δεν δημιουργεί «σε κενό». Αν θέλει να δέσει αρμονικά την εξέλιξη της φιλίας με τη βαθιά γνώση της πόλης και των ολοζώντανων χαρακτήρων της, είναι υποχρεωμένος να λάβει υπ’ όψιν του την ιστορική συγκυρία, και έστω με έμμεσο τρόπο να αποτυπώσει τη συνταρακτική πραγματικότητα. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι η ζωή των δύο φίλων, που προέρχονται από διαφορετικές τάξεις και διαφορετικές κουλτούρες, είναι η αφορμή για να ξετυλίξει ο Γκουτιέρες την κριτική του για ότι συνέβη στην Κούβα την πρώτη δεκαετία του καθεστώτος, «δεκαετία μετάβασης προς τον σοσιαλισμό», σύμφωνα με τα λόγια ενός εκ των ηγετών της επανάστασης.

Ετσι, ενώ παρακολουθούμε το «αφύσικο» ταίριασμα του «μάτσο», αυτόχθονος Πέδρο Χουάν (alter ego του συγγραφέα) με τον παθιασμένο πιανίστα Φαμπιάν, ασθενικό συμμαθητή του με καταγωγή από την Ισπανία, μαθαίνουμε παράλληλα για τις απαγορεύσεις των «άσεμνων» βιβλίων, της τζαζ μουσικής, των ταινιών του Χόλιγουντ, που θεωρούνται προπαγάνδα του καπιταλισμού. (Ακόμη και ο Ντόναλντ Ντακ περνάει στην παρανομία!) Οι απαγορεύσεις έχουν τουλάχιστον ένα κέρδος για τους δύο φίλους: μυούνται στον πολωνικό και τον τσέχικο κινηματογράφο, και απολαμβάνουν ταινίες που σαφώς κινούνται μέσα στο κλίμα της «Ανοιξης της Πράγας». Η φιλία των δύο ανήσυχων Κουβανών τελειώνει μαζί με τη δεκαετία του ’60 και την πλήρη επικράτηση στο νησί του σοβιετικού μοντέλου. Κι ενώ πληθαίνουν οι διώξεις των αντιφρονούντων αλλά και των ομοφυλόφιλων καλλιτεχνών, βάσει ενός παράλογου διατάγματος, ο μεν Πέδρο Χουάν θα περάσει οριστικά στο περιθώριο για να αφοσιωθεί στα γραπτά του, ο δε Φαμπιάν θα απολυθεί από τη Λυρική Σκηνή και θα σταλεί, προς συμμόρφωση, σε ένα εργοστάσιο κατεργασίας χοιρινού.

«Η βρόμικη σάρκα» ίσως είναι το πιο «αντιπολιτευτικό» μυθιστόρημα του Γκουτιέρες, όχι γιατί παρουσιάζει τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης στο νησί ή τις αυθαιρεσίες της κρατικής εξουσίας –κάτι πια κοινότοπο– αλλά γιατί απομυθοποιεί πλήρως την πιο «ένδοξη» περίοδο του καθεστώτος, ακριβώς πριν γίνει το καθεστώς πού ξέρουμε. Η δράση των γενειοφόρων ανταρτών τους πρώτους μήνες της επανάστασης, η «ομόθυμη» συμπαράσταση των μαζών, η «ομαλή» μετάβαση προς τον σοσιαλισμό, απογυμνώνονται από κάθε επικό στοιχείο και παρουσιάζονται λακωνικά, σχεδόν δημοσιογραφικά, με όλες τις δυσάρεστες επιπτώσεις τους στην οικονομική και κοινωνική ζωή. Μια στεγνή, εφιαλτική περιγραφή, χωρίς ίχνος συναισθηματικής εμπλοκής, λες και ο συγγραφέας αφηγείται την καταστροφή της χώρας του από ένα γεωλογικό φαινόμενο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ