ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Πρόταση για τον ΕΝΦΙΑ

ΤΑΣΟΣ ΓΙΑΝΝΙΤΣΗΣ*, ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΩΓΡΑΦΑΚΗΣ**

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ​​φορολογία της ακίνητης περιουσίας είναι ένας σωστός και δίκαιος φόρος, που έχει ενσωματωθεί στα φορολογικά συστήματα όλων των ανεπτυγμένων κοινωνιών. Αρκεί βέβαια να μην έχει στοιχεία που στρεβλώνουν την ορθότητα και τη διάσταση του δικαίου. Ομως, ο φόρος ακίνητης περιουσίας (ΕΝΦΙΑ), όπως έχει διαμορφωθεί, έχει οδηγήσει σε αδιέξοδο πολλά νοικοκυριά, τα οποία δεν έχουν επαρκές εισόδημα για να τον πληρώσουν. Αυτό δεν εκπλήσσει. Στο πρόσφατο βιβλίο μας «Ανισότητες, φτώχεια, οικονομικές ανατροπές στα χρόνια της κρίσης», διαπιστώσαμε τρία κρίσιμα σημεία όσον αφορά τον ΕΝΦΙΑ:

Πρώτον, ότι το 50% των νοικοκυριών που ανήκουν στα χαμηλότερα εισοδήματα έχει το 2012 ιδιοκτησία του 32% της ακίνητης περιουσίας (αντικειμενική αξία 150 δισ. ευρώ).

Δεύτερον, τα νοικοκυριά με το ανώτερο 20% εισόδημα έχουν, αντίστοιχα, ιδιοκτησία με συνολική αξία 129 δισ. ευρώ ή 27% της συνολικής ακίνητης περιουσίας. Η συνολική αξία της ακίνητης περιουσίας στη χώρα υπολογίστηκε περίπου στα 472 δισ. ευρώ. Νεότερα στοιχεία την ανεβάζουν σε πάνω από 500 δισ. ευρώ, αλλά η διαφορά αυτή δεν αλλάζει την ουσία της πρότασης.

Τρίτον, τα τοκοχρεολύσια στα νοικοκυριά με χαμηλά εισοδήματα αντιπροσωπεύουν το 19% με 73% του μέσου ετήσιου εισοδήματος των νοικοκυριών που έλαβαν στεγαστικά δάνεια, ενώ για τα νοικοκυριά με υψηλότερο εισόδημα η επιβάρυνση μειώνεται περίπου στο 13%. Ομως, αυτά είναι μέσοι όροι, που για πολλούς υποκρύπτουν πιο δύσκολες καταστάσεις.

Οπωσδήποτε, τόσο από την εθνική όσο και από τη διεθνή εμπειρία, γνωρίζουμε ότι περίπου στο 20% των νοικοκυριών με το χαμηλότερο εισόδημα συνυπάρχουν νοικοκυριά φτωχά ή εισοδηματικά αδύναμα με νοικοκυριά που αποκρύπτουν σημαντικό τμήμα των εισοδημάτων τους. Γνωρίζουμε βέβαια ότι η απόκρυψη αυτή συναντάται σε επίσης έντονο και πιο έντονο βαθμό στα νοικοκυριά που ανήκουν στο εισοδηματικά ανώτατο 10%, ενώ η απόκρυψη αυτή στα μεσαία νοικοκυριά φαίνεται να κινείται σε χαμηλότερο επίπεδο (ως ποσοστό του εισοδήματος).

Σήμερα, ο ΕΝΦΙΑ καταβάλλεται ικανοποιητικά, όμως πολλοί δεν καταβάλλουν άλλες φορολογικές υποχρεώσεις (φόρος εισοδήματος, ΦΠΑ) ή ασφαλιστικές εισφορές ή δεν πληρώνουν λογαριασμούς της ΔΕΗ. Οι δημοσιονομικές παρενέργειες από τον φόρο και τις αντικειμενικές δυσκολίες είναι υπαρκτές. Κατά βάση, στη δομή του φόρου αυτού υπάρχει μια δομική αδυναμία: επιβάλλεται στην ακαθάριστη αξία των περιουσιακών στοιχείων, παρότι οι ιδιοκτήτες δεν έχουν ακόμα την πλήρη κυριότητα, λόγω της μη αποπληρωμής των στεγαστικών δανείων. Αυτό σημαίνει ότι πολλοί πληρώνουν φόρο για περιουσία που δεν τους ανήκει εξ ολοκλήρου.

Σε πολλές χώρες, η ακίνητη περιουσία φορολογείται μεν, η φορολόγηση όμως επιβάλλεται στην καθαρή περιουσία, έτσι όπως προκύπτει από την αφαίρεση του υπολειπόμενου χρέους από τη συνολική αξία της. Η διαφορά αυτή σημαίνει μια δυσανάλογη επιβάρυνση για τα ελληνικά νοικοκυριά. Ο ΕΝΦΙΑ απέφερε 3,5 δισ. ευρώ το 2016 (3,2 δισ. ευρώ το 2015). Η πρόταση είναι να επιβληθεί ο ΕΝΦΙΑ στην καθαρή αξία της ακίνητης περιουσίας, αλλά με ένα πλαφόν και με τον όρο ότι η διαφορά θα χρησιμοποιείται για την αποπληρωμή του στεγαστικού δανείου. Χονδρικά, αν από το σύνολο της ακίνητης περιουσίας (472 δισ. ευρώ, όπως αναφέρθηκε) αφαιρεθεί η αξία του συνολικού υπολοίπου των στεγαστικών δανείων (61,3 δισ. ευρώ στα τέλη του 2016), η φορολογητέα ύλη θα περιοριστεί κατά περίπου 13%, που αντιστοιχεί στο 13% του ΕΝΦΙΑ, δηλαδή θα σημειωθεί μια απώλεια εσόδων περίπου 455 εκατ. ευρώ. Μια τέτοια αλλαγή θα ήταν μια δίκαιη κίνηση σε συνθήκες μιας δίκαιης κοινωνίας υπό ομαλές συνθήκες.

Ομως δεν χρειάζεται να μείνει κανείς μόνο στην αλλαγή αυτή. Οι ωφελούμενοι, για να έχουν το πλεονέκτημα αυτής της ρύθμισης, θα ήσαν δεσμευμένοι να εξοφλούν στις τράπεζες τα τοκοχρεολύσια που οφείλουν. Με τον τρόπο αυτό, χωρίς καμιά πρόσθετη επιβάρυνση των νοικοκυριών, θα μειώνονταν τα «κόκκινα» δάνεια και θα ενισχύονταν η ρευστότητα και η φερεγγυότητα του τραπεζικού συστήματος, ενώ θα περιοριζόταν και η έκταση του κινδύνου από μια πιθανή μελλοντική ανακεφαλαιοποίηση. Μπορεί να τεθεί και ένα όριο π.χ. 100 χιλιάδες ευρώ ως ανεξόφλητο δάνειο, κατά το οποίο θα μειωνόταν η ακαθάριστη αξία του ακινήτου. Αυτό θα σήμαινε ότι νοικοκυριά με υπόλοιπο δανείου μέχρι 100 χιλιάδες ευρώ (κατά τεκμήριο τα πιο αδύναμα νοικοκυριά) θα είχαν το 100% του οφέλους, ενώ νοικοκυριά που έλαβαν μεγαλύτερα δάνεια που δεν έχουν εξοφληθεί θα είχαν το όφελος μέχρι το ποσό αυτό. Μια τέτοια κατανομή έχει πολλαπλά στοιχεία δικαιοσύνης και προοδευτικότητας, ενώ λειτουργεί και ως κίνητρο για την εξυγίανση των σχέσεων με τις τράπεζες. Τα ποσά αυτά πιθανότατα πρέπει να διαμορφωθούν έπειτα από αναλυτικότερη εξέταση των δεδομένων, όμως οι όποιες προσαρμογές δεν θα άλλαζαν ιδιαίτερα την ουσία.

Η χειρότερη περίπτωση θα ήταν να αποπληρώνουν οι φορολογούμενοι περισσότερο τα στεγαστικά δάνεια και να αφήνουν κενά στις λοιπές οφειλές τους. Ακόμα όμως και στην περίπτωση αυτή, το δημοσιονομικό αποτέλεσμα δεν θα άλλαζε, όμως η ελπίδα και η ανάσα που θα έπαιρναν πολλές χιλιάδες νοικοκυριά από την προοπτική να μη χάσουν το ακίνητό τους θα ήταν σημαντικές. Επιπλέον, θα δημιουργούσε και μια αίσθηση ενός πιο δίκαιου φόρου, που σήμερα στηρίζεται σε καταφανώς πλασματικές αντικειμενικές αξίες.

* Ο κ. Τάσος Γιαννίτσης είναι πρώην υπουργός.
** Ο κ. Σταύρος Ζωγραφάκης είναι αναπλ. καθηγητής Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Εργαστήριο Πολιτικής Οικονομίας & Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ