ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αυταπάτες και πραγματικότητα για τη δημοσιονομική προσαρμογή

ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΤΑΪΚΟΥΡΑΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ανάλυση

Είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο και ιστορικά επιβεβαιωμένο ότι η δημοσιονομική προσαρμογή αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών. Το μέγεθος όμως της προσαρμογής και το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τη βιωσιμότητά τους. Και αυτό γιατί συγκριτικά στοιχεία μεταξύ χωρών δείχνουν ότι πολύ υψηλά πλεονάσματα είναι ανέφικτα για μακρές χρονικές περιόδους, ειδικά σε χώρες που βίωσαν βαθιά και παρατεταμένη ύφεση και έχουν υψηλό ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας. Ενώ η δημοσιονομική προσαρμογή που στηρίζεται, κυρίως, στην αύξηση της φορολογίας νοικοκυριών και επιχειρήσεων δεν οδηγεί σε διατηρήσιμα αποτελέσματα, επιβαρύνοντας υπέρμετρα την πραγματική οικονομία.

Ταυτόχρονα, όμως, η αναγκαία δημοσιονομική ισορροπία θα πρέπει να συνοδεύεται από την υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ώστε να μειώνονται οι επιπτώσεις της προσαρμογής και να επιτυγχάνονται, σταδιακά, διατηρήσιμοι ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης. Οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα βοηθήσουν, μέσω μιας αυτοτροφοδοτούμενης διαδικασίας, στην επίτευξη υψηλών αλλά ρεαλιστικών δημοσιονομικών στόχων, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας.

Δυστυχώς, τα δύο τελευταία χρόνια, δεν ακολουθείται αυτή η οικονομική πολιτική. Η κυβέρνηση με τις πράξεις και παραλείψεις της, με την αναποτελεσματικότητα και την αβελτηρία της, με τις παλινωδίες και τις ιδεοληψίες της, «φόρτωσε» τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις με 9 δισ. ευρώ νέα μέτρα λιτότητας, κυρίως μέσω της αύξησης άμεσων και έμμεσων φόρων, διόγκωσε τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του κράτους προς τους ιδιώτες, συμφώνησε σε υψηλά και για μακρά περίοδο πρωτογενή πλεονάσματα, επέδειξε αλλεργία στην υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών.

Ενδεικτικά, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ, ο δείκτης υλοποίησης μεταρρυθμίσεων υποχώρησε κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες την περίοδο 2015-2016 σε σχέση με την περίοδο 2013-2014. Το αποτέλεσμα είναι το «στέγνωμα» της αγοράς από ρευστότητα και η επιστροφή της οικονομίας στην ύφεση. Η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα σε ύφεση τα δύο τελευταία χρόνια! Καθιστώντας τον εφετινό στόχο για υψηλή ανάπτυξη μη ρεαλιστικό. Παρά ταύτα, η κυβέρνηση, μέσα στις αυταπάτες της, πανηγυρίζει για το υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα του 2016.

Παραβλέπει όμως ότι αυτό οφείλεται, εκτός της διευρυμένης και πράγματι επωφελούς χρήσης των ηλεκτρονικών συναλλαγών, στην εσωτερική στάση πληρωμών (π.χ. οι δαπάνες για ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου, που έχουν πολύ υψηλό αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή, μειώθηκαν κατά 1,3 δισ. ευρώ), στην υπερφορολόγηση των πολιτών (5 δισ. ευρώ νέα μέτρα), στην εκτόξευση των κατασχέσεων και των αναγκαστικών μέτρων είσπραξης και σε μη-επαναλαμβανόμενα έσοδα (π.χ. αυξημένο μέρισμα από την Τράπεζα της Ελλάδος).

Και αδιαφορεί για το ότι, με την πολιτική της, διογκώνει μια σειρά από «ωρολογιακές βόμβες» στα θεμέλια της ελληνικής οικονομίας, όπως είναι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία, τα «κόκκινα» δάνεια στο τραπεζικό σύστημα, η βιωσιμότητα φορέων του Δημοσίου (π.χ. ΔΕΗ).

Υπενθυμίζεται ότι η προηγούμενη κυβέρνηση επιτύγχανε πρωτογενή πλεονάσματα πληρώνοντας το μεγαλύτερο κομμάτι των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, διευρύνοντας τη φορολογική βάση, μειώνοντας φόρους σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, χορηγώντας κοινωνικό μέρισμα με εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια, βελτιώνοντας, έστω και οριακά, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, οδηγώντας την οικονομία στη σταδιακή ανάκαμψη. Με στόχο την υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη, που με τη σειρά της θα οδηγούσε στην επίτευξη, για μικρή περίοδο, υψηλών δημοσιονομικών στόχων.

Δυστυχώς όμως, σύμφωνα με τις συγκριτικές εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η ελληνική οικονομία, εξαιτίας της ακολουθούμενης πολιτικής της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, θα έχει απολέσει 27 δισ. ευρώ δυνητικού πλούτου μέχρι το 2018, καθιστώντας αναγκαία τη λήψη πρόσθετων μέτρων από το 2015, ακόμη και για μετά το 2018.

Συνεπώς, η πραγματικότητα δεν προσφέρεται για όψιμους πανηγυρισμούς, αλλά για σοβαρούς προβληματισμούς.

Η χώρα πρέπει να υλοποιήσει διαρθρωτικές αλλαγές και αποκρατικοποιήσεις και να συνεχίσει τη δημοσιονομική ισορροπία, που ξεκίνησε το 2013, με ένα άλλο μείγμα πολιτικής και με ρεαλιστικούς στόχους.

Η χώρα χρειάζεται παραγωγή – παραγωγή – παραγωγή ανταγωνιστικών και διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και συνεχή βελτίωση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Η σημερινή κυβέρνηση αυτά δεν μπορεί να τα επιτύχει.

* Ο κ. Χρήστος Σταϊκούρας είναι τομεάρχης Οικονομικών Ν.Δ., βουλευτής Φθιώτιδας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ