ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΛΕΟΝΧΑΡΝΤ / THE NEW YORK TIMES

Προτεραιότητα η νίκη επί του εθνικισμού

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ε​​νας δηλητηριώδης εθνικισμός, με δόσεις μισαλλοδοξίας, βρίσκεται σε έξαρση. Συνέβαλε στην εκλογή του Ναρέντρα Μόντι στην Ινδία και συντηρεί τον Βλαντιμίρ Πούτιν στη Ρωσία, ενώ εκτόξευσε τη Μαρίν Λεπέν στον τελικό γύρο των γαλλικών εκλογών. Μπορεί να μην είναι το φαβορί, αλλά είναι ανατριχιαστικό ότι μοιάζει να ήλθε πρώτη μεταξύ των ψηφοφόρων κάτω των 34 ετών. Στις ΗΠΑ, ο Ντόναλντ Τραμπ έφτασε στον Λευκό Οίκο παρά την περιφρόνησή του για τους Μεξικανούς, τους μουσουλμάνους και τους Αφροαμερικανούς και της ερωτοτροπίας του με αντισημιτική ρητορική (ίσως και εξαιτίας αυτών). Αντιμέτωποι με αυτόν τον εθνικισμό, οι πολίτες συχνά βρίσκονται ενώπιον δύσκολων επιλογών.

Πρέπει οι ψηφοφόροι να απορρίψουν τον υποψήφιο που προτιμούν υπέρ εκείνου που έχει τις περισσότερες ελπίδες να κερδίσει τον εθνικιστή; Θα έπρεπε ένα μουσείο αφιερωμένο στην καταπολέμηση του μίσους, όπως το Μουσείο Μνήμης του Ολοκαυτώματος των ΗΠΑ, να φιλοξενεί έναν πρόεδρο που υποδαυλίζει το μίσος;

Αυτές οι επιλογές συχνά καταλήγουν να είναι πιο περίπλοκες από ό,τι αρχικά φαίνονται, κάτι το οποίο δεν αρνούμαι. Ωστόσο, μία ανησυχητική τάση αναδύεται. Υπερβολικά πολύς κόσμος με καλές προθέσεις, αριστεροί και δεξιοί, επιδεικνύουν εφησυχασμό απέναντι στην εθνικιστική μισαλλοδοξία. Τείνουν να θέτουν άλλες προτεραιότητες, με αποτέλεσμα ο εθνικισμός να ωφελείται.

Ας ξεκινήσουμε από την Αριστερά. Οχι, δεν προτίθεμαι να εξισώσω ανόμοια πράγματα. Ο εθνικισμός είναι κυρίως δεξιό πολιτικό φαινόμενο. Αλλά η Αριστερά πρέπει να αποφασίσει πώς θα αντιδράσει, και δεν έχει υπάρξει αρκετά αποτελεσματική έως τώρα. Εχει υποτιμήσει τον κίνδυνο και έχει πριμοδοτήσει μικρότερης σημασίας ζητήματα έναντι των μειζόνων.

Μετά τον πρώτο γύρο στη Γαλλία, ο αριστερός υποψήφιος Ζαν-Λικ Μελανσόν αρνήθηκε να στηρίξει τον μόνο άνθρωπο που μπορεί να αποτρέψει τη Λεπέν από το να γίνει πρόεδρος, τον Εμανουέλ Μακρόν. Η προεδρία της Λεπέν, για να είμαστε σαφείς, πιθανότατα θα διέλυε την Ευρώπη, θα περιθωριοποιούσε Γάλλους πολίτες με καταγωγή από την Αφρική και τη Μέση Ανατολή και θα οδηγούσε σε μεγάλη ενίσχυση των δυνάμεων ασφαλείας. Θα ήταν η μεγαλύτερη νίκη για την ευρωπαϊκή Ακροδεξιά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Κι όμως, ο Μελανσόν δεν στηρίζει τον Μακρόν – έναν κεντρώο πρώην τραπεζίτη που μέχρι πρότινος ήταν μέλος του Σοσιαλιστικού Kόμματος. Είναι κλασική περίπτωση ενός πολιτικού πουριτανισμού που κάνει τον φορέα του να νιώθει καλά, αλλά μπορεί να κάνει μεγάλη ζημιά.

Κοιτάξτε τις ΗΠΑ. Σύμφωνα με την τελική καταμέτρηση των ψήφων, η διαφορά υπέρ του Τραμπ στο Μίσιγκαν, στην Πενσιλβάνια και στο Ουισκόνσιν –που συνδυαστικά έκριναν το αποτέλεσμα– ήταν μικρότερη από το ποσοστό της Τζιλ Στάιν, υποψήφιας των Πρασίνων. Είναι αδύνατο να πει κανείς αν η εκστρατεία της Στάιν κόστισε στην Χίλαρι Κλίντον τη νίκη, αλλά σαφώς την έπληξε. Σε μία οριακή αναμέτρηση, μέρος της αμερικανικής Αριστεράς βοήθησε τον Τραμπ.

Γνωρίζω ότι αυτή η διαπίστωση εξοργίζει τους οπαδούς της Στάιν και του Μελανσόν. Eχουν πραγματικές διαφωνίες με τους υποψηφίους της Κεντροαριστεράς και θέλουν να επικρατήσουν σε αυτές τις αντιπαραθέσεις. Αλλά ο τελικός γύρος μίας εκλογικής μάχης που περιλαμβάνει μία εκπρόσωπο του λευκού εθνικισμού με πιθανότητες νίκης δεν είναι η ώρα για ξεκαθάρισμα λογαριασμών σχετικά με το μέλλον του προοδευτισμού. Είναι η ώρα για να νικηθεί ο ρατσισμός.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ