Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Δεν βοηθούν πια ούτε τα ψέματα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ​​​​πτώση της χούντας άφησε πίσω της μια μακριά, μαύρη σκιά: στο όνομα μιας ψευδούς, απατηλής ελευθερίας και ισότητας, απορρίπτεται έκτοτε κάθε σεβασμός και τήρηση του Νόμου ως “αυταρχισμός” και “φασισμός”, κάθε αξιοκρατία και αποδοτικότητα ως “καριερισμός”. Αν σ’ αυτή τη μικροαστική, αναρχική τάση, προστεθεί ο μετανεωτερικός ηδονισμός και σχετικισμός του anything goes, καθώς και ο άγριος, άναρχος νεοφιλελευθερισμός, βλέπουμε το μέγεθος των καταστροφικών αποτελεσμάτων. Αυτά φαίνονται ιδιαίτερα στην υπονόμευση της παιδείας, όπου η εκπαίδευση στην υπευθυνότητα και στην αξιοκρατία έχει καταρρεύσει».

Κοντοστάθηκα στο σημείο αυτό, διαβάζοντας το βιβλίο του καθηγητή Θάνου Λίποβατς, μια συλλογή κειμένων που εκφράζουν τις σκέψεις του γύρω από «Το πολιτικό και το ηθικό» και τη μεταξύ τους σχέση (εκδ. Ι. Σιδέρης). Σαν να πύκνωσε σε μια παράγραφο μια πορεία με τα δεινά, τις ανακολουθίες, την έξαρση του φαντασιακού, μια ταυτότητα, την ελληνική, αντιφατική και ανασφαλή.

Πάνω σε αυτόν τον καμβά θα μπορούσε να προσθέσει κανείς πολλά παραδείγματα, χωρίς να αντικαθιστά καμία λέξη από το πορτρέτο, ενισχύοντας απλώς όψεις του «πολιτικού» και του «ηθικού». Πρόσφατα, λόγου χάρη, ο πρωθυπουργός της χώρας δήλωσε σε τηλεοπτική συνέντευξή του: «Σιγά, ρε παιδιά! Και εγώ πήγα διακοπές το Πάσχα και είδα τι γινόταν. Είδα τη μεγαλύτερη έξοδο που έχει γίνει ποτέ τα τελευταία οκτώ χρόνια», θέλοντας να πει, σε ελεύθερη μετάφραση, ότι ο κόσμος αφήνει πίσω του την κρίση αποκτώντας τη δυνατότητα να κυκλοφορεί και να καταναλώνει. Το λέει δε, αυτό, απευθυνόμενος σε μια χώρα στην οποία το 13,4% του συνόλου των φορολογουμένων πληρώνει το 60% του συνολικού φόρου. Σε μια χώρα που τα φορολογικά βάρη σηκώνουν 513.509 φορολογούμενοι, «γεγονός που οφείλεται στην αδυναμία των κυβερνήσεων και ιδιαίτερα της σημερινής να κατανείμουν τις φορολογικές υποχρεώσεις» («Κ»,17/04).

Περυσινό ρεπορτάζ της «Κ» επισήμανε ότι σχεδόν 3,98 εκατ. φορολογούμενοι δηλώνουν εισοδήματα έως 5.000 ευρώ, κάτι που αφενός δείχνει το μέγεθος της φτώχειας στην Ελλάδα, αφετέρου καταδεικνύει το μέγεθος της φοροδιαφυγής, το οποίο δεν αντιμετωπίζεται από τους φοροελεγκτικούς μηχανισμούς. Εκτός και αν μέσα στον χρόνο που μεσολάβησε, με τους φόρους σχεδόν να διπλασιάζονται και την ανεργία να παραμένει σε υψηλά επίπεδα, έγινε κάποιο θαύμα... ορατό, βέβαια, μόνο στην πολιτική ηγεσία.

Το ψέμα ή η «καφενόβια» παρατήρηση, από πρωθυπουργικά χείλη, μετράει διπλά: και παραπλανητικά και επικίνδυνα. Εξοργίζει και αυτούς που ξέρουν και αυτούς που υποφέρουν.

Είπε και άλλα ο κ. Τσίπρας σε αυτήν τη συνέντευξη. Οπως ότι: «Είμαι ίσως ο πρώτος πολιτικός που είχα την ευθύνη να βγω και να πω ότι είχα αυταπάτες την προηγούμενη περίοδο, ότι η Ευρώπη αυτή μπορεί να αλλάξει χωρίς συμμαχίες, χωρίς δουλειά μεγάλη. Και το είπα. Και έχω πάρει το κόστος γι’ αυτό. Ολοι λένε “δεν ντρέπεσαι να λες τέτοια πράγματα;” Ναι, το είπα, όμως. Πίστευα, πράγματι, ότι με τη μεγάλη πολιτική ανατροπή στην Ελλάδα, με τον λαϊκό ξεσηκωμό που υπήρξε στη χώρα μας, θα μπορούσαμε να διεκδικήσουμε το δίκιο στην Ευρώπη. Πέσαμε σε τοίχο».

Η Ευρώπη και πάλι... Αυτό το πολυπλόκαμο τέρας και πάλι... Η πολιτική της αγανάκτησης και του θυμού, και πάλι, καμουφλαρισμένη από μια δόση δήθεν αυτοκριτικής και αποδοχής (ο Σόιμπλε είναι «σοβαρός πολιτικός» και η Μέρκελ έχει «αίσθημα ευθύνης» και είναι «ανοιχτόμυαλη»). Η αντιφατική, συναιρετική δομή των ιδεολογημάτων του κ. Τσίπρα μπορούσε, μέχρι πρότινος, να συγκροτεί ένα «φάσμα μύθων».

«Ως μια αδιαφοροποίητη σκέψη, δαιμονοποίηση του Αλλου, απλούστευση των πραγμάτων και άγνοιά τους, ριζώνει σε ονειρικές φαντασιώσεις του ασυνείδητου όλων των ανθρώπων. Ανθρωποι δίχως αποδοχή και γνώση του ορθού Λόγου, αλλά και διανοούμενοι που κατέχονται από απελπισία απέναντι στην υπάρχουσα κρίση και αλλοτρίωση, επειδή δεν μπορούν να ασκήσουν την κοινωνική εξουσία που έλπιζαν ν’ αποκτήσουν, είναι όλοι επιρρεπείς σ’ αυτές τις ιδεολογικές κατασκευές. Γοητεύονται δε από το στοιχείο αποφασιστικότητας, αλλά και από το μυθικό συνονθύλευμα που ενέχει έναν δυϊστικό τρόπο σκέψης». Αυτά γράφει ο Θάνος Λίποβατς, αναλύοντας τον εθνικισμό, τον λαϊκισμό και τις θεωρίες συνωμοσίας. Σχολιάζοντας τον ακραίο λαϊκισμό, «που διαρκώς μεταβάλλει τους αντιφατικούς ιδεολογικούς και πολιτικούς προσανατολισμούς του». Η διγλωσσία, επισημαίνει, χαρακτηρίζει τόσο τον αριστερό όσο και τον δεξιό λαϊκισμό.

Και λοιπόν; θα αντέτεινε κάποιος. Τα τελευταία χρόνια έχουν αναλυθεί τα πάντα σχεδόν: ο κομματικός κορεσμός, η διάλυση των μεγάλων ιδεολογικών αφηγήσεων, ο ισοπεδωτισμός της μνησικακίας, ο εξισωτισμός προς τα κάτω, η εξασθένηση των θεσμών, η διαφθορά, η διαπλοκή, τα πελατειακά δίκτυα, η νομή της εξουσίας...

Το κενό νοήματος που δημιουργείται καταλαμβάνει ο κυνισμός. Την έλλειψη τήρησης κανόνων ευγένειας και σεβασμού υποκαθιστούν ο τραμπουκισμός και η «πολάκειος» φρασεολογία.

Και ύστερα βγαίνει και ο πρωθυπουργός της χώρας, σε μια τηλεοπτική συνέντευξή του, ύστερα από καιρό, για να υποκριθεί την αλλαγή προς το καλύτερο. Να παρουσιάσει στοιχεία και χρονοδιαγράμματα, στρεβλά και έωλα, θέλοντας να πείσει, ποιον; Τους ψηφοφόρους του που συρρικνώνονται; Τον ίδιο του τον εαυτό που αμύνεται στα φαντάσματα του παρελθόντος και στους απρόθυμους συμβιβασμούς του παρόντος;

Αυτή τη φορά, η αυξανόμενη ανημπόρια και η δυσφορία που τη συνοδεύει δεν αφορούσαν τους θεατές της συνέντευξης αλλά τον ίδιο τον συνεντευξιαζόμενο. Ηταν κάτι που δεν μπορούσε να κρυφτεί.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ