Μπάμπης Παπαδημητρίου ΜΠΑΜΠΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Το τίμημα της πρωτιάς

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Συνηθίζουμε να λέμε ότι το μέλλον των ενωτικών διαδικασιών στην Ευρώπη περνάει από τον γαλλογερμανικό άξονα, την ανάδειξη μιας MittelEuropa, μιας ευρωπαϊκής «αυτοκρατορίας» ικανής να αντεπιτεθεί στις απανωτές επιτυχίες της «αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας» ή στην εκπληκτική άνοδο της «κινεζικής υπερδύναμης». Το όνειρο που ξεκίνησαν οι Ζισκάρ ντ’ Εστέν και Σμιτ τη δεκαετία του ’70, και πήρε άλλες διαστάσεις όταν ο Μιτεράν, στις 22 Σεπτεμβρίου 1984, έπιασε από το χέρι τον εμβρόντητο Κολ κατά την ανάκρουση των εθνικών ύμνων σε μια τελετή λήθης για τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η Γαλλία στήριξε τη Γερμανία σε όλη την κρίσιμη δεκαετία του ’90 ώστε να αντεπεξέλθει στο τεράστιο βάρος επανένταξης των ανατολικών κρατιδίων. Δέχτηκε να στηθεί η Ευρωζώνη στα στενόχωρα πρότυπα του επιτυχημένου μάρκου και δεν αντέδρασε όταν φάνηκε, από την πρώτη κιόλας δεκαετία, ότι υπήρχαν όρια στο κοινό όνειρο.

Η κατάρρευση του χρηματοοικονομικού μοντέλου στήριξης των μεγάλων οικονομιών βρήκε τη Γερμανία προετοιμασμένη καλύτερα από τη Γαλλία. Η μεγάλη ομοσπονδιακή δύναμη είχε εφαρμόσει με πόνο αλλά με επιτυχία τις μεταρρυθμιστικές συνταγές της Κοινής Συμφωνίας της Ουάσιγκτον (επειδή έγινε στη συγκεκριμένη πόλη κι όχι επειδή είναι αμερικανικής εμπνεύσεως!). Στο γαλλικό εξάγωνο τα πράγματα αποδείχτηκαν πολύ δυσκολότερα. Ο Σαρκοζί προσπάθησε, αλλά δεν κατάφερε να κάμψει τον κρατικολαϊκισμό. ΟΙ Γάλλοι λατρεύουν να ζητούν ένα άλλο κράτος, αλλά δύσκολα θα αποχωριστούν όσα τους προσφέρει. Ο Ολάντ προώθησε μερικές αλλαγές, κάποιες από τις σπουδαιότερες βρίσκονται στον «νόμο Μακρόν», και πέτυχε να κρατήσει τη Γαλλία εκτός εξευτελιστικών διαδικασιών ελέγχου, αφήνοντας όμως τη δημοσιονομική αξιοπιστία στα χέρια του κ. Σόιμπλε και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η προσαρμογή συνεχίστηκε χαλαρά, τα ελλείμματα μειώθηκαν αργά, αλλά παρέμειναν υψηλά, αφού το γαλλικό κράτος δαπανά 10 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ περισσότερο από τη Γερμανία, με αποτέλεσμα να φορολογεί βαρύτερα κατά το ίδιο μέγεθος, ενώ και ο κρατικός δανεισμός μεγάλωσε κατά 30 μονάδες του ΑΕΠ μετά το 2008.

Την επόμενη Κυριακή οι ψηφοφόροι θα χρειαστεί να διαλέξουν μεταξύ δύο μοντέλων. Το ένα, φιλικό σε μια κάποια ιδέα που καλλιεργούν με υπερηφάνεια οι Γάλλοι για τον εαυτό τους, τις ικανότητες των βιομηχανιών τους, την ποιότητα ζωής των κατοίκων και το κύρος του κράτους. Μια πολιτική περίκλειστη, εχθρική προς όλους, με επιλεγμένες φιλίες, σήμερα με τους Τραμπ και Πούτιν, η οποία επιθυμεί να αναβιώσει τον αντιγερμανισμό κι ας θαυμάζει στιγμές της Ιστορίας που οι γείτονες θέλουν να ξεχάσουν. Ενα πρόγραμμα σύγκρουσης.

Η άλλη πλευρά στηρίζεται σε ένα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων. Δύσκολων και όχι ιδιαίτερα αγαπητών στους Γάλλους. Ο Εμανουέλ Μακρόν βρίσκεται κοντά στις προτάσεις Φιγιόν, λίγο πιο αριστερά, λίγο πιο φιλικός στο κοινωνικό μοντέλο, αλλά εξίσου τολμηρός στην προτεραιότητα που πρέπει να δώσει η Γαλλία για να βελτιώσει την παραγωγικότητα εργαζομένων και κεφαλαίου και τελικώς την ανταγωνιστικότητα της γαλλικής οικονομίας έναντι της γερμανικής, κατά κύριο λόγο. Ο Μακρόν χρειάζεται μιαν Ευρώπη λειτουργική, η Λεπέν είναι έτοιμη να προκαλέσει τη ρήξη ακόμη και στο θέμα του νομίσματος, με επιστροφή στο γαλλικό φράγκο.

Οι απόψεις της ακροδεξιάς υποψηφίου έχουν πολλαπλάσια επιρροή για τους ίδιους λόγους που ο δήθεν «κοινωνικός» λαϊκισμός κερδίζει χώρο και δύναμη. Καθόλου τυχαίο δεν είναι ότι, στα κεντρικά ζητήματα της οικονομίας, Λεπέν και Μελανσόν ελάχιστα διαφέρουν. Ακόμη κι αν η «Μαρίν» δεν κερδίσει την προεδρική κούρσα, ο εντυπωσιακός νεαρός ηγέτης θα χρειαστεί διαφορετικά προσόντα, πάντως όμως το ίδιο ρηξικέλευθα με εκείνα που είχε ο τριαντάρης Ναπολέων όταν έγινε μέγας ύπαρχος μιας χώρας που θέλει να είναι παντού μπροστά, αρνείται όμως σήμερα να πληρώσει το τίμημα της πρωτιάς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ