ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ «Κ»

Μάρκους Γουόκερ: «Η Ελλάδα χάνει πολύτιμο χρόνο»

ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΚΑΚΑΟΥΝΑΚΗ

Εικονογράφηση: ΤΙΤΙΝΑ ΧΑΛΜΑΤΖΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ Κ

Βρεθήκαμε λίγο μετά τις έξι το απόγευμα στο Σύνταγμα. Για πολλά χρόνια πριν αναλάβει επικεφαλής του γραφείου της Wall Street Journal στην Αθήνα, όταν ερχόταν ως ανταποκριτής για ρεπορτάζ και δουλεύαμε μαζί, είχαμε μια ιεροτελεστία: την τελευταία ημέρα κάθε αποστολής τρώγαμε στο Furin Kazan. Το γιαπωνέζικο εστιατόριο πρόσφατα έκλεισε, οπότε αποφασίσαμε να πάμε στο άλλο γιαπωνέζικο της γειτονιάς, το Sushimou. Hταν άλλωστε μια από τις τελευταίες βραδιές του στην Αθήνα –την περασμένη εβδομάδα επέστρεψε μόνιμα στο Βερολίνο– οπότε ήταν μια καλή ευκαιρία για ένα ξεχωριστό αποχαιρετιστήριο γεύμα. Από την πρώτη στιγμή είχα την αίσθηση πως o Μάρκους Γουόκερ ήταν αποφασισμένος να πει πολλά από τα παραλειπόμενα των ρεπορτάζ που είχε κάνει όλα αυτά τα χρόνια. Αλλά η αλήθεια είναι πως ακόμα και εγώ ξαφνιάστηκα με αυτά που αποφάσισε να μοιραστεί.

Το πρώτο ρεπορτάζ

O Γουόκερ ήρθε πρώτη φορά στην Αθήνα το φθινόπωρο του 2009. Ηθελε να γράψει για το πώς η ελληνική κρίση θα εξελισσόταν σε κρίση πανευρωπαϊκή. Ο αρχισυντάκτης του τού είχε απαντήσει πως τα προβλήματα της περιφέρειας ήταν γνωστά, δεν εκτιμούσε πως υπήρχε τέτοιος κίνδυνος. «Τελικά τον έπεισα, το έγραψα και βέβαια κράτησα εκείνο το email και του το έστειλα αργότερα, κάνοντάς του πλάκα για το πόσο έξω είχε πέσει». Η Αθήνα σε εκείνο το πρώτο ταξίδι δεν του είχε αφήσει τις καλύτερες εντυπώσεις. Μύριζε παντού σκουπίδια (είχαν απεργία οι υπηρεσίες καθαριότητας του δήμου) και παντού έβλεπε αδέσποτα σκυλιά. Σε ένα από τα επόμενα ταξίδια του, πέσαμε πάνω σε μια πορεία που είχε καταλήξει σε άγρια συμπλοκή με μολότοφ και πετροπόλεμο. Εβρεχε και, προσπαθώντας να ξεφύγουμε, είχε πέσει και είχε χτυπήσει το πόδι του. Ετρεμα για το τι θα έγραφε. Ουδέποτε όμως αναφέρθηκε στο περιστατικό. «Καταλάβαινα πως αυτή η εικόνα δεν είναι η πραγματική Ελλάδα, αλλά μια σκηνή στην οποία επικεντρώνονταν πολλοί δημοσιογράφοι παρουσιάζοντας τη χώρα ως εμπόλεμη ζώνη», εξηγεί.

Για τα άρθρα του, ταξιδέψαμε πολλές φορές μαζί: στα εγκαταλελειμμένα βιομηχανικά πάρκα της Βόρειας Ελλάδας, στην Κρήτη για να συναντήσουμε τις οικογένειες ανθρώπων που αυτοκτόνησαν λόγω χρεών, μιλήσαμε με ανθρώπους που είχαν αναγκαστεί να δώσουν τα παιδιά τους σε ιδρύματα γιατί δεν μπορούσαν να τα μεγαλώσουν οι ίδιοι, με συνταξιούχους που συντηρούσαν ολόκληρες οικογένειες. Την ίδια στιγμή, μιλούσε με την τρόικα, με υπουργούς, με το Μέγαρο Μαξίμου.

Μου είχε κάνει εντύπωση η επιμονή του στη λεπτομέρεια. Του εκμυστηρεύθηκα πως, όταν κάναμε το ρεπορτάζ για τις αυτοκτονίες, με είχε σχεδόν εκνευρίσει η προσπάθειά του να εκμαιεύσει από τον μαυροφορεμένο ανιψιό τού αυτόχειρα το δέντρο από το οποίο κρεμάστηκε ο θείος του μερικές ημέρες νωρίτερα. Εκείνος δεν θυμόταν –«μάλλον λεμονιά», του είπε–, οπότε πήγαμε στο σημείο και προσπάθησε να πηδήξει τον φράχτη, για να βεβαιωθεί. «Το ότι ήταν λεμονιά, ένα δέντρο της Μεσογείου, έκανε ακόμα ποιο έντονο το στοιχείο του δράματος». Και βέβαια θυμάται ακριβώς τη φράση με τη λεμονιά, που είχε γράψει πριν από έξι χρόνια. Στις συνεντεύξεις δεν χρησιμοποιούσε ποτέ μαγνητοφωνάκι αλλά κάτι μικρά τετράδια τα οποία γέμιζαν με σημειώσεις που μου έμοιαζαν με ιερογλυφικά – δεν ήταν ότι είχε κακό γραφικό χαρακτήρα, επρόκειτο για μια μέθοδο για να γράφει γρήγορα και με ακρίβεια. Το κάθε θέμα του το δούλευε μήνες.

Οι Ελληνες πολιτικοί

Υστερα από οκτώ χρόνια ρεπορτάζ, τον ρωτάω ποιες είναι οι εντυπώσεις του από τους πολιτικούς μας: «Θεωρώ πως ο Παπανδρέου πήρε όλο το φταίξιμο, παρότι ανέλαβε τη στιγμή που το καράβι ήταν ήδη έτοιμο να πέσει στα βράχια από την κυβέρνηση Καραμανλή. Αν και, για να είμαι δίκαιος, τα προβλήματα είχαν ξεκινήσει ήδη από τα χρόνια του Σημίτη. Αλλά κανείς δεν το παραδέχεται και οι δύο αυτοί πολιτικοί έχουν ένα είδος ασυλίας το οποίο δεν αξίζουν. Ο Σαμαράς, από την άλλη, είναι μια ενδιαφέρουσα και περίπλοκη προσωπικότητα. Αυτό που με βοήθησε να καταλάβω τον τρόπο που κυβέρνησε ήταν η περιγραφή που μου έδωσε ο ίδιος για το πώς οι γονείς του, που ήταν τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, τον επηρέασαν ως άτομο. Από τη μια κεντρώος και mainstream, από την άλλη συντηρητικός και –σύμφωνα με πολλούς επικριτές του– λαϊκιστής. Ξέρω πως πολλοί θεωρούν ότι το ’14 οι ξένοι τού τράβηξαν το χαλί κάτω από τα πόδια, αλλά δεν ισχύει, και είναι κρίμα, γιατί θα μπορούσε να μείνει στην Ιστορία ως ο πολιτικός που ολοκλήρωσε το πρόγραμμα και όχι ως εκείνος που στην τελευταία στροφή έχασε την ψυχραιμία του».

Ο Φρανσουά Ολάντ σάς έσωσε μετά το δημοψήφισμα...

Η κάλυψη της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Ο Βαρουφάκης, π.χ., και τις δύο φορές που συναντήθηκαν, τον είχε «στήσει» για ώρες (την πρώτη φορά για δύο και την άλλη για πέντε). Τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα δεν κατάφερε να τον γνωρίσει. «Υπήρχε εξαρχής βαθιά έλλειψη εμπιστοσύνης προς τους ξένους ανταποκριτές. Αν δεν ήσουν μαζί τους, ήσουν ο εχθρός». Θυμάται πως, πριν από τις εκλογές, για τους Ευρωπαίους αξιωματούχους ο Αλ. Τσίπρας αποτελούσε «μυστήριο»: «Μου έλεγαν πως κουνούσε το κεφάλι του σαν να συμφωνεί αλλά ποτέ δεν ήταν σίγουροι εάν πράγματι καταλάβαινε. Οταν αργότερα παραπονούνταν για το πόσο ανίκανη ήταν η κυβέρνησή του, εγώ τους έλεγα “είναι δικό σας δημιούργημα!”».

Μου αποκαλύπτει πως και η ίδια η Μέρκελ, όταν συναντήθηκε με τον Τσίπρα εκείνο τον Μάρτιο, είχε μείνει με την εντύπωση πως είχαν συμφωνήσει στην ανάγκη για στροφή στον ρεαλισμό. «Γι’ αυτό και έπεσε από τα σύννεφα με το δημοψήφισμα. Ηταν η πρώτη φορά που άκουσα από πηγές μου εκεί πως ο Τσίπρας για αυτούς είχε τελειώσει. Για μερικές ημέρες δεν υπήρχε καμία διάθεση για συνεργασία και αυτό δεν είχε ειπωθεί ποτέ και για κανέναν».

Το βράδυ της αναγγελίας του δημοψηφίσματος, ο Γουόκερ έπινε σε ένα μπαράκι με συναδέλφους του από τους New York Times. Είχαν 20 λεπτά για να καταλάβουν τι γινόταν και να το γράψουν. «Είναι τρομερό πόσο αποτελεσματικό είναι ένα τέτοιο deadline για να σε ξεμεθύσει!». Τις επόμενες εβδομάδες, με μια ομάδα επτά δημοσιογράφων από όλη την Ευρώπη, προσπάθησε να ικανοποιήσει την απίστευτη ζήτηση της εφημερίδας για ρεπορτάζ. «Δεν θα ξεχάσω το πάρτι που έκανα το βράδυ πριν από το δημοψήφισμα. Ολοι οι φίλοι, Ελληνες και ξένοι δημοσιογράφοι, ήταν εκεί και κάποιος αστειεύθηκε πως εάν έπεφτε μια βόμβα, δεν θα υπήρχε δημοσιογραφική κάλυψη την επόμενη ημέρα. Από τη μια, οι ξένοι νιώθαμε την αδρεναλίνη ενός τέτοιου ρεπορτάζ, προσπαθούσα όμως να σεβαστώ τους Ελληνες φίλους που αγωνιούσαν. Νομίζω όμως πως μόνο όταν έζησα το Βrexit μπόρεσα να καταλάβω πραγματικά το πώς νιώθατε τότε».

Εκείνες οι ημέρες ήταν δραματικές, με έντονο παρασκήνιο. Ο ίδιος είναι πεπεισμένος πως την Ελλάδα την έσωσε ο Ολάντ. «Η Μέρκελ τον συνάντησε για να συζητήσουν την ιδέα του time out. Εκείνος ήταν ανένδοτος, δεν θα στήριζε ποτέ κάτι τέτοιο. Ετσι εκείνη επέστρεψε και είπε στον Σόιμπλε πως δεν ήταν διατεθειμένη να συγκρουστεί με τη Γαλλία. Μέσα σε δύο ημέρες έβαλαν στην άκρη τον θυμό τους για τoν Τσίπρα και έγινε ξανά ο άνθρωπός τους... Και θα παραμείνει, αρκεί να κάνει αυτά που πρέπει», συμπληρώνει.

Η υπόθεση Γεωργίου, η σιωπηρή συμμαχία και «το δίκτυο»

Τον ρωτάω εάν πιστεύει πως η εμπειρία εκείνου του δραματικού καλοκαιριού ωρίμασε πολιτικά τον Αλέξη Τσίπρα. «Σίγουρα», απαντάει. «Αν και βλέπω να επαναλαμβάνονται πολλά λάθη και να χάνεται πολύτιμος χρόνος. Για παράδειγμα, συνεχίζουν να θεωρούν πως μπορεί να υπάρξει πρόγραμμα χωρίς το ΔΝΤ ή ότι μπορεί να συνεχίσει η χρηματοδότηση και να πετύχουν ελάφρυνση του χρέους χωρίς πρόγραμμα. Η Αγκελα Μέρκελ θέλει την Ελλάδα στην Ευρώπη, αλλά εάν το δίλημμα είναι μεταξύ Grexit, χάους ή μιας χώρας που δεν μεταρρυθμίζεται, τότε θα επιλέξει Grexit».

Στην πολιτικοοικονομική ανάλυση που κάνει, υπάρχει ένα αισιόδοξο σενάριο, αρκεί όμως το επόμενο διάστημα να μη χαθεί καθόλου χρόνος. Ο ίδιος, όμως, είναι μάλλον κυνικός για το εάν τα χρόνια του μνημονίου άλλαξαν πραγματικά τις νοοτροπίες των πολιτικών μας. Ο λόγος; Η περίφημη υπόθεση του Ανδρέα Γεωργίου, που πρόσφατα ερεύνησε εις βάθος. (Ως επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ ο Γεωργίου κατηγορήθηκε πως χειραγώγησε τα στοιχεία για το έλλειμμα, στο πλαίσιο ενός σχεδίου για την επιβολή σκληρής λιτότητας.) «Δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια προσπάθεια να ξεπλύνουν τις κυβερνήσεις προ μνημονίου και να επιστρέψουν με την πρώτη ευκαιρία στις παλιές καλές συνήθειες. Δεν νομίζω πως έχετε καταλάβει πόσο κακό έχει κάνει στην αξιοπιστία της Ελλάδας αυτή η ιστορία. Βεβαίως, συμφωνώ, σε όλο τον κόσμο υπάρχουν θεωρίες συνωμοσίας. Στην Αμερική, για παράδειγμα, κάποιοι πιστεύουν ότι ο άνθρωπος δεν πάτησε ποτέ στη Σελήνη. Αλλά δεν βλέπουμε τα κόμματα και τους δικαστικούς να το υποστηρίζουν! Εχω βαρεθεί τους πολιτικούς που κρύβονται πίσω από το δάχτυλό τους λέγοντας πως πρόκειται για θέμα της Δικαιοσύνης. Σαχλαμάρες! Εάν ίσχυε αυτό, θα είχε κλείσει ο φάκελος προ πολλού. Τέσσερις εισαγγελείς αποφάνθηκαν πως ο Γεωργίου δεν έχει διαπράξει κάποιο έγκλημα και κάθε φορά ο φάκελος αντί να κλείσει περνάει στον επόμενο, σαν να λένε “λάθος απάντηση, δοκίμασε ξανά!” Αν μη τι άλλο, η υπόθεση αυτή για εμένα δείχνει τη σιωπηρή συμμαχία μεταξύ Τσίπρα και Καραμανλή. Μόνο αυτό εξηγεί συμπεριφορές που διαφορετικά δεν εξηγούνται».

Για το ρεπορτάζ, προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον ίδιο τον Κώστα Καραμανλή. «Δεν περίμενα πολλά, γιατί ήξερα πως δεν μιλάει για το θέμα, αλλά αυτό που ακολούθησε με εξαγρίωσε. Κάποιος από το γραφείο του μου εξήγησε πως επειδή έχουν γραφτεί πολλές ανακρίβειες, θα μου έστελνε μια αναφορά για να ενημερωθώ σωστά. Ηταν ένα κείμενο με τίτλο “Η γλώσσα των αριθμών”, γεμάτο ανακρίβειες, που πραγματικά υποτιμούσε τη δυνατότητα να κατανοήσω βασικές έννοιες στατιστικής».

Θέλω να τον διακόψω για να του πω ότι είναι σαν να έχει ανοίξει το κουτί της Πανδώρας από όπου βγαίνουν όλα αυτά που δεν είχαν βρει χώρο στα κείμενά του, αλλά με προλαβαίνει και συνεχίζει... «Επίσης, θα ήθελα να πω πως όποιος πιστεύει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ παρουσιάζει έναν μοναδικό κίνδυνο για τους θεσμούς και ότι είναι πρωτόγνωρα αδίστακτος –πράγμα που ακούω συχνά– μάλλον ξεχνάει πως παρόμοιες καταστάσεις συνέβαιναν και στο παρελθόν και βέβαια αγνοεί πως πολλές από αυτές τις “κακές συμπεριφορές” του ΣΥΡΙΖΑ που είδαμε τα τελευταία δύο χρόνια –τις τηλεοπτικές άδειες και την πίεση που ασκήθηκε στο ΣτΕ, την υπόθεση της Τράπεζας Αττικής κ.ο.κ.– έγιναν με τη συμμετοχή ανθρώπων που προέρχονται και από τα παλιά κόμματα. Και αυτό είναι το πιο ανησυχητικό. Αυτή τη στιγμή, στελέχη από τα δύο παλιά κόμματα έχουν ανασυγκροτηθεί με κάποιους από το νέο κόμμα και επιτίθενται σε όποιον τους προκαλεί. Τους ονομάζω “το δίκτυο”».

Το πάρτι

Θέλοντας να κλείσουμε το γεύμα με κάτι πιο... ανάλαφρο, φέρνω στη συζήτηση το αποχαιρετιστήριο πάρτι που είχε κάνει δύο ημέρες νωρίτερα. Εκεί, ξάφνιασε τους πάντες κάνοντας μια πρόποση σε άπταιστα ελληνικά. Μίλησε για όλα αυτά που θα του λείψουν από την Αθήνα, που πλέον είναι η αγαπημένη του ευρωπαϊκή πόλη: «Οταν είμαι στον σκοτεινό και κρύο Βορρά, θα θυμάμαι ότι υπάρχει μια παράξενη πόλη όπου όλα είναι λίγο πιο έντονα. Θρίαμβοι, καταστροφές, η κίνηση, το μπλε της θάλασσας, οι φιλίες». Το ότι φεύγει μπορεί να τον στενοχωρεί, αλλά, όπως μου εξηγεί, για την Ελλάδα είναι καλό. «Το γραφείο μας μικραίνει, θα μείνει ένα άτομο, όπως ήταν πάντα. Είναι η επιστροφή σε μια κανονικότητα». Συζητάμε για τον κίνδυνο του να βρεθούμε για τρίτη φορά σε ένα δύσκολο σταυροδρόμι και το κατά πόσον το γεγονός ότι δεν θα είμαστε πλέον στο επίκεντρο του δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος μπορεί να κάνει ένα ατύχημα πιο εύκολο. «Ισως», απαντάει. «Αν και πάλι θα υπάρχει η ζήτηση για ρεπορτάζ και πρωτοσέλιδα, όλοι θα επιστρέψουμε, αλλά, σίγουρα, η υπομονή της Ευρώπης δεν θα είναι η ίδια. Εάν η ελληνική κυβέρνηση δεν ακολουθήσει το πρόγραμμα και βρεθείτε πάλι στο ίδιο σημείο, τότε θα υπάρξει σοβαρός κίνδυνος. Η υπομονή όλων έχει εξαντληθεί...», καταλήγει.

Η συνάντηση

Στο μικροσκοπικό γιαπωνέζικο Sushimou, στην οδό Σκούφου, δεν υπάρχουν τραπέζια αλλά μια μπάρα με έντεκα θέσεις. Από πίσω ο Αντώνης Δρακουλαράκος, ιδιοκτήτης και sushi σεφ, ετοιμάζει και σερβίρει ο ίδιος τα πιάτα. Ηπιαμε ζεστό σάκε και του ζητήσαμε να επιλέξει εκείνος από το μενού για εμάς. Ηταν όλα υπέροχα. Ο λογαριασμός ήρθε στα 65 ευρώ.

Oι σταθμοί του

1973
Γεννήθηκε στη Λειψία της Γερμανίας από Βρετανό πατέρα και Γερμανίδα μητέρα.

1994
Ξεκίνησε τις σπουδές του στην Πολιτική Επιστήμη, Φιλοσοφία και Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

1995
Εργάστηκε στο think tank RUSI σε θέματα άμυνας και ασφάλειας.

1998
Μεταπτυχιακός τίτλος από την Οξφόρδη στις Διεθνείς Σχέσεις.

1998
Ξεκίνησε την πρώτη δημοσιογραφική του δουλειά στο περιοδικό Εuromoney στο Λονδίνο.

2000
Αρχισε να εργάζεται στη Wall Street Journal.

2015
Aνέλαβε επικεφαλής του γραφείου της WSJ στην Ελλάδα, μοιράζοντας τον χρόνο του μεταξύ Αθήνας και Βερολίνου.

2017
Eπέστρεψε στο Βερολίνο ως Senior Europe Correspondent.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ