ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Δυστυχώς... απέθανεν

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Την Aννα Κοκκίνου εντυπωσίασε ο αφόρητος πόνος αυτής της δυναμικής γυναίκας για τον χαμό του παπαγάλου της.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Από την ώρα που η Αννα Κοκκίνου άκουσε να μιλούν για ένα σπάνιο κείμενο που έγραψε η Σοφία Τρικούπη για τον χαμό του αγαπημένου της παπαγάλου, της κέντρισε το ενδιαφέρον. Οταν έφτασε στα χέρια της το μικρό σπάνιο αφήγημα, που εκδόθηκε από τη Βιβλιοθήκη της Βουλής, την «άγγιξε αμέσως». Κάτι την τράβηξε σ’ αυτήν τη γυναίκα, που το 1903, την επομένη του θανάτου του μικρού αγαπημένου της πτηνού, έγραψε «μια επίκληση της αθώας αυτής ύπαρξης, για να παρηγορηθεί». Ο παπαγάλος αυτός «υπήρξε σύντροφος και παρηγορία» και, όπως λέει στην «Κ» η ηθοποιός και σκηνοθέτις, ήταν ιδιαίτερος. Ηταν ο αφρικανικός, γνωστός ως γκρίζος, που ζει στα τροπικά δάση της Δυτικής και Κεντρικής Αφρικής και θεωρείται από τα πιο έξυπνα και ευγενικά του είδους. «Με αφορμή τον θάνατο του παπαγάλου της, που είχε την ικανότητα να μιμείται την ανθρώπινη ομιλία, η Σοφία εξιστορεί συγκινητικά τα χαρίσματά του, περιγράφει τη θλίψη της για τον χαμό του, μιλάει, όμως, και για τον αδερφό της Χαρίλαο Τρικούπη. Σαν να είναι ένα κείμενο για την απώλεια γενικότερα».

Με τον Νίκο Φλέσσα επεξεργάστηκαν δραματουργικά το κείμενο και από την Κυριακή 30 Απριλίου «Ο Παπαγάλλος μου» παρουσιάζεται από την ηθοποιό στο θέατρο Σφενδόνη μαζί με τη Μαρίζα Θεοφυλακτοπούλου και τον Θοδωρή Θεοδωρακόπουλο. Κόρη του Σπυρίδωνος και της Αικατερίνης Μαυροκορδάτου, η Σοφία Τρικούπη δεν ήταν συνηθισμένη γυναίκα. Γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1838, μεγάλωσε, μορφώθηκε στην αγγλική πρωτεύουσα, γαλουχήθηκε στην ανώτερη κοινωνική τάξη του Λονδίνου, την οποία συναναστρεφόταν η οικογένειά της. Εζησε την πολιτική από μικρή. Αλλωστε, ο πατέρας της ήταν διπλωμάτης και το σπίτι τους, από το οποίο πέρασαν πολιτικοί, ξένοι ηγέτες, πρεσβευτές, λογοτέχνες, ήταν πόλος έλξης προσωπικοτήτων του 19ου αιώνα, περιγράφει η Αννα Κοκκίνου, τονίζοντας πως επρόκειτο για ξεχωριστή φυσιογνωμία της νεότερης Ελλάδας.

Ο τσάρος και ο Κάλβος

Μια Ελληνίδα που μεγάλωσε στους κήπους του Μπάκιγχαμ, συναναστράφηκε προσωπικότητες της εποχής, από τον τσάρο Νικόλαο, τον Αλφρεντ Τένισον έως τον Ανδρέα Κάλβο. Μια γυναίκα που στήριξε και ενθάρρυνε τον αδελφό της Χαρίλαο Τρικούπη, ο οποίος ήταν από τις κορυφαίες προσωπικότητες του 19ου αιώνα και από τους πολιτικούς που προσπάθησαν να εκσυγχρονίσουν τη χώρα. «Φορομπήκτης» για όσους δεν άντεχαν τα οικονομικά μέτρα ή «Αγγλος», αλλά κι αυτός που αναφώνησε το «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν».

Η μεταφορά στη σκηνή του μικρού αφηγήματος της αδελφής του Σοφίας μοιραία παρουσιάζει το πρόσωπο της πολιτικής τότε. Οι συγκρίσεις είναι για τον θεατή αναπόφευκτες. «Είναι κάτι που επιδιώκω και μακάρι να γίνει αβίαστα», λέει η Αννα Κοκκίνου και επανέρχεται σε όσα την εντυπωσίασαν. «Η Σοφία ήταν παθιασμένη με την οικογένειά της και μετά τον θάνατο των γονιών της μετατόπισε το πάθος στον αδελφό της. Μου έκανε εντύπωση πόσο δεμένη οικογένεια ήταν. Ισως γι’ αυτό δεν παντρεύτηκαν ποτέ. Για εκείνον γνωρίζουμε ότι είχε σχέσεις, αλλά για τη Σοφία γνωρίζουμε μόνο ότι την είχαν ζητήσει σε γάμο και είχε αρνηθεί». Η ζωή της σημαδεύτηκε από την ύπαρξη του Χαρίλαου, στον οποίο αφοσιώθηκε στα χρόνια της πολιτικής του δραστηριότητας, ήταν το δεξί του χέρι, ζούσαν στο ίδιο σπίτι. Η ζωή της έληξε με τον θάνατό του στις Κάννες, τον Μάρτιο του 1896. Εκτοτε, αποσύρθηκε από κάθε εκδήλωση και έζησε μόνη μέχρι τον θάνατό της το 1916, στα 78 της χρόνια.

Αφόρητος πόνος

Την ηθοποιό εντυπωσίασε ο αφόρητος πόνος αυτής της δυναμικής γυναίκας για τον χαμό του παπαγάλου της. «Βλέποντας τον σπαραγμό της, το θέμα για μένα ήταν να βρω τι σήμαινε στη ζωή της. Βεβαίως μέσα από τον δικό του χαμό μιλάει –σχεδόν στο μισό βιβλίο– και για τον αδερφό της. Επίσης, η γραφή της δεν είναι στρογγυλή, αλλά κοφτή, με γωνίες και φοβερή ακρίβεια. Δεν υπάρχουν στολίδια, παρά ελάχιστα».
Είκοσι τρία χρόνια στη «Σφενδόνη», μια παλιά αποθήκη στου Μακρυγιάννη που μετέτρεψε μαζί με όσους την πίστεψαν σε θέατρο, η Αννα Κοκκίνου, μέσα από τις «Μορφές από το έργο του Βιζυηνού», το «Λα Πουπέ» του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, το «Ρίττερ, Ντένε, Φος», το «Εγώ ο Θουκυδίδης, ένας Αθηναίος» κ.ά., μας έμαθε τι σημαίνει να επιμένεις στο θέατρο. «Ζώντας σε μια αφόρητα δύσκολη εποχή, επιστρατεύει κανείς όλη του τη δύναμη, υπερβαίνοντας τον εαυτό του. Είναι καλό να ξεπερνάς όσα θεωρείς δεδομένα, θα ήθελα, όμως, να ήταν κάπως πιο εύκολα. Με παιδεύει κι εμένα ό,τι όλο τον κόσμο». Χρόνια αφοσιωμένη στην τέχνη της, δεν ακολουθεί το ρεύμα, αλλά ό,τι θέλει η καρδιά της. Νιώθει πως «αυτό είναι το κανονικό». Στο θέατρο, άλλωστε, αισθάνθηκε οικεία, γι’ αυτό του αφιερώθηκε, σε εποχές, βέβαια, που η αφοσίωση είχε άλλο νόημα. «Εχω φτάσει κάποιες φορές στα όριά μου, αλλά πάντα μαθαίνουμε απ’ αυτά. Ολοι του θεάτρου δυσκολεύονται, απλώς υπάρχουν βαθμοί δυσκολιών. Υπάρχουν, πάντως, ταλαντούχοι, το βλέπουμε σε παραστάσεις που ανεβαίνουν και μάλιστα σ’ αυτή την απογοητευτική ατμόσφαιρα, τη χάλια κατάσταση της χώρας όπου οι αξίες έφτασαν στο μη περαιτέρω. Ελπίζει κανείς πως από αυτή την καμένη γη κάτι θα βγει». Την εικόνα της καμένης γης και των καμένων ψυχών τη βλέπει γύρω της στο κέντρο όπου ζει. Δεν έχει η Αθήνα καμία σχέση με την πόλη που γνώρισε όταν ήρθε 17 ετών από το Κάιρο, όπου γεννήθηκε. Ηταν στο τέλος της δεκαετίας του ’60 και εκείνη πέρασε στη Φιλολογία. «Ξέρετε, δεν είναι θέμα νοσταλγίας, αλλά θλίψης, βλέποντας τα κλειστά μαγαζιά και τα σπασμένα νεύρα των ανθρώπων. Θυμάμαι τον Χατζιδάκι που έλεγε “δεν φοβάμαι τίποτα άλλο στον νεοέλληνα όσο την αναίδεια”». Θέλει, ωστόσο, να πιστεύει ότι υπάρχει ελπίδα. «Αρκεί καθένας να βγάλει το καλύτερο πράγμα που μπορεί από τον εαυτό του. Τότε, ίσως, κάτι αλλάξει».

​​Θέατρο Σφενδόνη, Μακρή 4, Αθήνα. Πρεμιέρα στις 30/4.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ