Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Κυριάκος Μητσοτάκης: Μακρονισμός και ελληνική ιδιαιτερότητα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Η σύγκριση είναι του συρμού. Αλλά τη νομιμοποίησε ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Εχουμε, είπε, πολλά κοινά με τον Μακρόν.

Οντως. Οταν μιλάει στην Ευρώπη, στα συνέδρια του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, ή όταν συμμετέχει σε παρουσιάσεις βιβλίων, μπροστά στο πεφωτισμένο ακροατήριο της αθηναϊκής ελίτ, ο Κυριάκος «μακρονίζει» με άνεση. Μπορεί να παρουσιάζει εαυτόν ως στέλεχος της ευρωπαϊκής εμπροσθοφυλακής που έχει ιστορική αποστολή να σταματήσει τον λαϊκισμό. Μπορεί να μιλάει ως φιλελεύθερος με την καλή έννοια – όχι μόνο οικονομικά, αλλά και κοινωνικά φιλελεύθερος, χωρίς να ενδίδει στα συντηρητικά κλισέ που επιστρατεύουν ακόμη και τα συστημικά κόμματα για να ανταποκριθούν στις ταυτοτικές ανασφάλειες των ψηφοφόρων τους.

Ο Μητσοτάκης μοιάζει με τον επίδοξο Γάλλο πρόεδρο και σε κάτι άλλο, που δεν έχει σχέση με την ιδεολογική τους φυσιογνωμία: Παρότι αμφότεροι είχαν επαγγελματική σταδιοδρομία στην αγορά και πολιτική προϋπηρεσία στα παλαιά κόμματα, αναδείχθηκαν ως αουτσάιντερ. Αναδείχθηκαν κόντρα στις επετηρίδες και στα μικροσυστήματα των πολιτικών οικογενειών τους. Είναι οι αντισυστημικοί του συστήματος.

Ο χαρακτηρισμός «αντισυστημικός» ηχεί οξύμωρος για τον γόνο μιας αρχαίας πολιτικής οικογένειας. Ομως ο Μητσοτάκης προέβαλλε όντως ως η λιγότερο συμβατική επιλογή μεταξύ των ανταγωνιστών για τα σκήπτρα της συντηρητικής παράταξης – όχι επειδή δεν είχε την υποστήριξη κάποιου εκ των κορυφαίων στελεχών. Αλλά επειδή δεν ήταν ο δεξιός του μέσου όρου. Και κάπου εδώ αρχίζουν οι διαφορές με τον Γάλλο αστέρα.

Ο Μακρόν δεν έχει κόμμα. Δεν πρέπει να προσαρμοστεί σε κάποια νόρμα. Σε κανέναν προϋπάρχοντα συσχετισμό ισχύος. Ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας δεν μπορεί να πολιτευτεί ερήμην της Νέας Δημοκρατίας. Ο ρόλος τού επιβάλλει να κρατάει γεμάτο το ρεζερβουάρ του συντηρητισμού, χάρη στον οποίο κινείται το κόμμα.

Πολύ πριν από το προσκύνημα του Μητσοτάκη στον Ιερώνυμο, πολύ πριν αξιοποιήσει την ευκαιρία της επίσκεψής του στην «Αποστολή» για να απευθύνει ομολογία πίστεως στην Εκκλησία, ο πρόεδρος της Ν.Δ. είχε δείξει ότι δεν σκόπευε να πειραματιστεί με το λειτουργικό «λογισμικό» του κόμματός του.

Είχε δείξει ότι ήταν διατεθειμένος να υποτάξει τη λελογισμένη ανανέωση στον σεβασμό στις κεφαλές της παράταξης και στα οικεία δίκτυα επιρροής – με πρώτο εκείνο που ομνύει στον Κώστα Καραμανλή.

Το γεγονός ότι η αναβάπτιση στις δύο κολυμβήθρες –της Εκκλησίας και της νεοκαραμανλικής ορθοδοξίας– συνέπεσαν χρονικά, δεν είναι κάτι παραπάνω από σύμπτωση. Λέγεται ότι δεν συνιστούν καμπάνια επανασύνδεσης της μητσοτακικής ηγεσίας με τις ρίζες της Δεξιάς, γιατί, όπως επισημαίνουν οι συνεργάτες του προέδρου, «δεν φύγαμε ποτέ από τις ρίζες μας για να χρειαστεί να επιστρέψουμε».

«Ο Κυριάκος», λένε, «δεν κάνει τίποτε χωρίς να το πιστεύει». Απλώς η πίστη τυχαίνει εδώ να ευθυγραμμίζεται με την κομματική ανάγκη. Και με την κομματική παράδοση που ο κύκλος της νεοδημοκρατικής ηγεσίας δεν διστάζει να υπενθυμίσει, στη λογική ότι «η δική μας σχέση με την Εκκλησία είναι ιστορική, όχι καιροσκοπική».

Δεν απειλεί η επαναφόρτιση της «δεξιάς του κυρίου» να απωθήσει τους κεντρώους ψηφοφόρους; Οχι, αν η δυσαρέσκεια των κεντρώων της μεσαίας τάξης για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι τόση ώστε να υποσκελίσει τελικώς τις όποιες επιφυλάξεις τους για τους συντηρητικούς καταναγκασμούς του Κυριάκου.

Οι ομοιότητες του Μακρόν με τον Μητσοτάκη είναι όσες και οι διαφορές. Ο Μακρόν βρίσκεται σε καλύτερη προεκλογική μοίρα όχι μόνον επειδή δεν έχει κομματικά βάρη. Αλλά κυρίως επειδή ο λαϊκισμός που έχει να αντιμετωπίσει δεν έχει γίνει καθεστώς. Δεν έχει προλάβει να κυριαρχήσει τόσο στη δημόσια σφαίρα, ώστε να μπορεί, ας πούμε, να διατυπώνει σχεδόν ανεξέλεγκτα τον ισχυρισμό ότι αύξησε «μόνο μία μονάδα τον ΦΠΑ», ενώ έχει επιβάλει 27 νέους φόρους. Δεν έχει προλάβει να ενσταλάξει τόσο κυνισμό ώστε να ακούγεται λογικοφανές το επιχείρημά του ότι «κανείς δεν θα τα κατάφερνε καλύτερα».

Θα αρκούσε για τον πρόεδρο της Ν.Δ. να μιμηθεί τον Μακρόν. Θα αρκούσε, αν ο αντίπαλος του Μητσοτάκη δεν είχε εξελιχθεί σε κάτι πιο σύνθετο από τη Λεπέν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ