ΚΟΣΜΟΣ

Γιατί πέτυχαν οι Γάλλοι δημοσκόποι

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΖΟΥΛΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μπορούμε να πιστεύουμε τις δημοσκοπήσεις; Αυτός είναι ο τίτλος ενός μικρού βιβλίου που έγραψε ο Γάλλος μαθηματικός Ζιλ Ντοβέκ και η τύχη το ’φερε να παρουσιάζεται την Τρίτη στην Αθήνα από τον Στράτο Φαναρά, που έχει γράψει και τον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης. Τύχη, γιατί όσα εξηγεί ο συγγραφέας με εκλαϊκευμένο, αλλά πολύ χαριτωμένο τρόπο, επιδιώκοντας να πείσει για τη χρησιμότητα των δημοσκοπήσεων, έμελλε να επιβεβαιωθούν με απίστευτη ακρίβεια την περασμένη Κυριακή. Θα έλεγε μάλιστα κανείς ότι οι γαλλικές δημοσκοπήσεις λειτούργησαν κάπως σαν από μηχανής θεός. Εκεί που σχεδόν σε όλο τον κόσμο αμφισβητούνταν ακόμη και οι μέθοδοι των δημοσκόπων στους νέους ψηφιακούς καιρούς, οι Γάλλοι πέτυχαν το ακατόρθωτο. Να προβλέψουν με απόκλιση ελάχιστων δεκαδικών της μονάδας το ποσοστό όχι μόνον του νικητή Εμανουέλ Μακρόν, αλλά όλων ανεξαιρέτως των αντιπάλων του, κι ας είχαν μεταξύ τους αποστάσεις μικρότερες του στατιστικού λάθους. Και για του λόγου το αληθές, έχει ενδιαφέρον να δει κανείς τις τελικές προβλέψεις, π.χ. της Ipsos-Sopra Steria, ακόμη και για τους λιγότερο δημοφιλείς υποψηφίους παραβάλλοντάς τες με τα τελικά αποτελέσματα (οι προβλέψεις εντός παρενθέσεως). Μακρόν 24% (23,9%), Λεπέν 21,3% (21,7%), Φιγιόν 20% (20%), Μελανσόν 19,6% (19,2%), Αμόν 6,3% (6,3%), Ντιπόν 4,7% (4,8%), Λασάλ 1,2% (1,2%), Πουτού 1,1% (1,1%), Ασελινό 0,9% (0,9%).

Η απίστευτη αυτή ακρίβεια επισημαίνεται ότι δεν προέκυψε μόνον στα exit polls των περισσοτέρων γαλλικών εταιρειών, αλλά και στις τελευταίες προβλέψεις τους. Με πλέον εύστοχη την προαναφερθείσα εταιρεία, και γι’ αυτό επιχειρήσαμε να διερευνήσουμε λίγο περισσότερο τι ακριβώς έκαναν οι ερευνητές της και πώς κατάφεραν να αναστήσουν διεθνώς την αξιοπιστία τού εν λόγω εργαλείου.

Από όσα ακολουθούν, λοιπόν, θα διαπιστώσετε ότι η επιτυχία αυτή μόνον τυχαία δεν προέκυψε. Αποτελεί το προϊόν της συνεργασίας τριών διαφορετικών «εταιρειών», μιας δημοσκοπικής (Ipsos), μιας ηγέτιδος στην ψηφιακή τεχνολογία (Sopra Steria) και του Γαλλικού Κρατικού Ερευνητικού Κέντρου (κάτι σαν Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών).

Τη μέθοδο που ακολούθησαν οι ειδικοί που συνεργάστηκαν την εξήγησε με απλά λόγια στην «Κ» ο Ηλίας Νικολακόπουλος. «Ξεκίνησαν τις έρευνές τους ένα χρόνο πριν από τις γαλλικές προεδρικές εκλογές δημιουργώντας αρχικά ένα τεράστιο πάνελ περίπου 20.000 πολιτών, που ήταν η βάση τους για όλη τη Γαλλία, καθώς το δείγμα επελέγη με τρόπο που να αντιπροσωπεύει ηλικιακά, μορφωτικά, οικονομικά αλλά και γεωγραφικά το σύνολο των πολιτών. Και από αυτήν την τεράστια βάση άρχισαν να κάνουν τακτικές τηλεφωνικές έρευνες, και σε σταθερά και σε κινητά, με μικρότερα δείγματα π.χ. 1.000-2.000 πολιτών. Η πρωτοτυπία εν προκειμένω ήταν ότι τις συγκεκριμένες έρευνες είχαν τη δυνατότητα να τις διασταυρώνουν εκ των υστέρων και μέσω Διαδικτύου, καθώς είχαν εξαρχής ρωτήσει και λάβει τη συναίνεση όσων το επιθυμούσαν να μετάσχουν και σε ιντερνετικές έρευνες. Με τον τρόπο αυτό κατόρθωσαν να εντοπίζουν αμέσως, και κυρίως να επιβεβαιώνουν, τις μεταβολές της κοινής γνώμης και τις αλλαγές στην προτίμηση των Γάλλων από υποψήφιο σε υποψήφιο».

«Μην νομίζετε βέβαια ότι δεν είχαν αγωνία», προσθέτει ο κ. Νικολακόπουλος, γνωρίζοντας από πρώτο χέρι το άγχος κάθε δημοσκόπου. «Επειδή έχω αρκετούς φίλους που μετείχαν στο συγκεκριμένο πρότζεκτ, σας διαβεβαιώ ότι είχαν μεγάλη ανησυχία αν το μοντέλο τους θα αποδειχθεί ορθό. Πολύ περισσότερο, όταν ήξεραν ότι οι διαφορές ανάμεσα στους τέσσερις πρώτους υποψηφίους θα ήταν παρά πολύ μικρές και επομένως θα μπορούσε κάλλιστα να τους καταλογιστεί ότι επηρέασαν με τις προβλέψεις τους το αποτέλεσμα. Αλλά όχι μόνον το κατάφεραν, αλλά απέδειξαν για ακόμη μία φορά πόσο χρήσιμη είναι η έρευνα όταν γίνεται με σωστό τρόπο, κατάλληλη προετοιμασία και κυρίως συνεργασίες που δυσκολευόμαστε να κάνουμε στη χώρα μας».

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που επισήμανε όχι μόνον ο κ. Νικολακόπουλος, αλλά και ο κ. Φαναράς. Σε όλη τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου στη Γαλλία, κανείς πολιτικός δεν διανοήθηκε έστω να αμφισβητήσει την ορθότητα των δημοσκοπικών προβλέψεων. Η επισήμανση δεν γίνεται τυχαία. Διότι προϋπόθεση για να ξαναεμπιστευθούν οι πολίτες και να μετέχουν προθύμως στις έρευνες και των ελληνικών δημοσκοπικών εταιρειών (που αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς μια χαρά τα κατάφερναν στο παρελθόν) είναι να πάψουν να τις απαξιώνουν οι εγχώριοι πολιτικοί, όταν δεν τους εξυπηρετούν τα ευρήματά τους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ