Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Γιάνης Βαρουφάκης: Παπαγαλί

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Πολλοί γράφουν βιβλίο επειδή έγιναν υπουργοί. Ο Γιάνης Βαρουφάκης είναι (και σε αυτό) η εξαίρεση. Εγινε υπουργός ακριβώς για να γράψει μετά το βιβλίο. Και κάποτε –γιατί όχι;– να γράψει και το σενάριο.

Ηδη από την εποχή που ο Βαρουφάκης υποδυόταν τον υπουργό Οικονομικών είχε κανείς την αίσθηση ότι παρακολουθεί Ελληνα καλλιτέχνη σε αυτό που στη γλώσσα της εγχώριας σόουμπιζ ορίζεται φετιχιστικά ως «διεθνής καριέρα». Μεταφορικά αλλά και –στην περίπτωση των ομολογημένων ηχογραφήσεων των Eurogroup– με αμείλικτη κυριολεξία, ο Βαρουφάκης εκμεταλλεύτηκε την πολιτική του ιδιότητα για να συλλέξει υλικό για ένα μπεστ σέλερ. Συνέλεγε τα ψιχία πραγματικότητας, που του επιτρέπουν να πουλάει τώρα το αφήγημά του με επίφαση ιστορικότητας ως «απομνημονεύματα».

Εντάξει, είναι άδικο να κρίνεις το βιβλίο από το εξώφυλλο, προτού καν κυκλοφορήσει. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, το βιβλίο είναι ο συγγραφέας του – ταύτιση που επιβεβαιώνουν, με τον αυτολατρευτικό πρώτο ενικό τους, τα χωρία που ήδη δημοσιεύτηκαν.

Και μόνο οι τίτλοι –ο αγγλικός και ελληνικός– αρκούν.

Για την αγγλική έκδοση, ο συγγραφέας δανείστηκε μία φράση που είχε χρησιμοποιήσει εις βάρος του η Κριστίν Λαγκάρντ τον Ιούνιο του 2015. Μας λείπει ο σοβαρός διάλογος, είχε πει η επικεφαλής του ΔΝΤ. «Η επείγουσα προτεραιότητα είναι να αποκαταστήσουμε ένα διάλογο μεταξύ ενηλίκων (dialogue with adults in the room)». Το γεγονός ότι ο Βαρουφάκης αναδεικνύει αυτόν τον συντριπτικό για τον ίδιο σαρκασμό –συντριπτικό, γιατί δεν είχε ειπωθεί καν με θυμό, αλλά με απελπισμένη συγκατάβαση– είναι οπωσδήποτε τολμηρό. Οσο τολμηρό θα ήταν να φορέσει κάποιος παπαγαλί πουκάμισο –ή, καλύτερα, να μη φορέσει τίποτε– προκειμένου να τραβήξει τα βλέμματα.

Τα ευρωπαϊκά βλέμματα μπορούν να απολαύσουν τον Βαρουφάκη χωρίς ενοχλητικούς συνειρμούς. Το εκτός Ελλάδος κοινό του –κορμπινικοί, μελανσονιστές και λοιποί συγγενείς– είναι από καιρό έτοιμο να καταναλώσει το αφήγημα σαν πολιτικό θρίλερ, χωρίς να περισπάται από τον pulp συναισθηματισμό του – από τις σοροπιαστές εικόνες ενός Σόιμπλε που κοιτά «έντονα και με ένα χαμόγελο γεμάτο σημασία», με αποτέλεσμα να «πλημμυρίσει» (τον αφηγητή) μια «συνειδητοποίηση».

Δυστυχώς, αυτό το ανάλαφρο ύφος αντηχεί στα ελληνικά συμφραζόμενα πολύ ανησυχαστικά. Αντηχεί όχι μόνο ως υπόμνηση της περασμένης περιπέτειας, αλλά και ως έμμεσο σχόλιο για το παρόν, αφού ο πρωθυπουργός –τον οποίο ο Βαρουφάκης μαζί με την Ελενα Παναρίτη ψυχανέλυαν το 2015, ανησυχώντας μήπως του έχουν κάνει «μάγια»– ακόμη κυβερνά.

Ανταποκρινόμενος κάπως στα τραύματα του ντόπιου κοινού, ο τίτλος στα ελληνικά είναι πιο βαρύγδουπος: «Ανίκητοι ηττημένοι». Σαν να λέμε «ελεύθεροι πολιορκημένοι». Πρόκειται για γελοιογράφηση εθνικού έπους, που δεν περιορίζεται μόνο στο ναρκισσιστικό κιτς του Βαρουφάκη. Η φαντασίωση της νίκης που επιζεί της πραγματικότητας της ήττας είναι η φαντασίωση που κυβερνά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ