ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Μισή» συμφωνία, με τη ρύθμιση του χρέους να είναι στον «αέρα»

ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΛΩΡΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο μαραθώνιος των διαπραγματεύσεων μεταξύ κυβέρνησης και θεσμών κατέληξε χθες σε μια «προσωρινή» συμφωνία, αφού ακόμη δεν έχουν ληφθεί οι αποφάσεις για την αναδιάρθρωση του χρέους, ενώ ήδη έχει βγει ο βαρύς λογαριασμός των δύσκολων μέτρων για φορολογούμενους και συνταξιούχους.

Οι αποφάσεις για το χρέος θα κρίνουν τη συμμετοχή ή μη του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, αλλά και την ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, στην οποία στηρίζονται πολλές ελπίδες για αντιστροφή του κλίματος στην οικονομία.

Το «μπαλάκι» της διαπραγμάτευσης περνάει πλέον στα χέρια των δύο κορυφαίων παικτών, της Γερμανίας και του ΔΝΤ, που τοποθετήθηκαν από χθες κιόλας, καθιστώντας σαφές ότι επιμένουν στις βασικές τους θέσεις: Το μεν ΔΝΤ στα μέτρα για την ελάφρυνση του χρέους, η δε Γερμανία στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα.

Ο Πολ Τόμσεν, πάντως, άφησε ανοικτό παράθυρο συμβιβασμού, λέγοντας πως το Ταμείο μπορεί να αποδεχθεί «πως η ελάφρυνση του χρέους θα εγκριθεί και θα εφαρμοστεί στο τέλος του προγράμματος». Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι «θα πρέπει να διαβεβαιώσουμε από τώρα το συμβούλιο πως έχουμε μια κοινή κατανόηση με τους Ευρωπαίους εταίρους μας για το τι είδους μέτρα είναι αναγκαία, ώστε να επιτευχθεί αυτή η ελάφρυνση του χρέους». Ουσιαστικά, επανέλαβε τη θέση που είχε διατυπώσει πρόσφατα η Κριστίν Λαγκάρντ, ότι το «εύρος» των μέτρων μπορεί να προσδιοριστεί το 2018, αλλά τώρα πρέπει να αποφασιστεί ο τρόπος ελάφρυνσής του.

Στον αντίποδα, η γερμανική κυβέρνηση δεν βρήκε ούτε μια λέξη να πει για το χρέος, παρότι από το πρωί οι εκπρόσωποι των θεσμών, ο πρόεδρος του Eurogroup Γ. Ντάισελμπλουμ και ο επίτροπος Οικονομικών Πιερ Μοσκοβισί, δήλωναν ότι μετά τη συμφωνία ανοίγει ο δρόμος για να συζητηθεί η αναδιάρθρωσή του. Εκπρόσωπος του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών ανέφερε ότι η αξιολόγηση δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, καθώς χρειάζεται να υπάρξει μεγαλύτερη σαφήνεια σε ό,τι αφορά τα πρωτογενή πλεονάσματα. Σημειώνεται ότι η αρχική θέση της Γερμανίας ήταν να διατηρηθούν τα πρωτογενή πλεονάσματα στο 3,5% του ΑΕΠ για 10 χρόνια.

Το χάσμα που χωρίζει τις δύο πλευρές είναι μεγάλο και οι αναλυτές εκτιμούν ότι μόνο με πολιτική απόφαση μπορεί να βρεθεί μια φόρμουλα, μια διατύπωση του Eurogroup, η οποία θα καλύπτει και ταυτόχρονα θα σώζει τα προσχήματα και για τους δύο. Πληροφορίες, μάλιστα, ανέφεραν πρόσφατα ότι η επικεφαλής του ΔΝΤ Κρ. Λαγκάρντ και η Γερμανίδα καγκελάριος Α. Μέρκελ έχουν συμφωνήσει ότι πρέπει να υπάρξει συμφωνία ώστε να απομακρυνθεί το ελληνικό ζήτημα από τον γερμανικό προεκλογικό ορίζοντα.

Η θέση του ΔΝΤ, όπως την έχει διατυπώσει στην ανάλυσή του για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, είναι ότι για να καταστεί αυτό βιώσιμο χρειάζεται σταθεροποίηση των επιτοκίων του EFSF και ESM στο 1,5% ώς το 2040, παράταση της περιόδου χάριτος στην αποπληρωμή των δανείων μέχρι 20 χρόνια και στην καταβολή τόκων μέχρι 24 χρόνια, καθώς και επέκταση του χρόνου αποπληρωμής των δανείων έως και 30 χρόνια. Η θέση αυτή του Ταμείου ισοδυναμεί με ένα γενναίο «κούρεμα», το κόστος του οποίου δεν είναι διατεθειμένα να επωμισθούν τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης. Στο Eurogroup της 25ης Μαΐου 2016 συμφώνησαν, ως γνωστόν, σε βραχυπρόθεσμα μέτρα –που πρόσφατα ενεργοποιήθηκαν– καθώς και σε μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, τα οποία όμως είναι σε μεγάλο βαθμό αόριστα και προβλέπεται να ενεργοποιηθούν «εφόσον χρειαστεί».

Ολα δείχνουν ότι ο συμβιβασμός, εφόσον επιτευχθεί, θα είναι στη βάση μιας δέσμευσης της Ευρωζώνης, χωρίς ποσοτικοποίηση. Η φράση «ικανοποιητικές εγγυήσεις» που χρησιμοποίησε προ μηνός ο εκπρόσωπος Τύπου του ΔΝΤ είναι ίσως το «κλειδί».

Ευρωπαϊκή πηγή ανέφερε χθες ότι δεν είναι σαφές τι περιμένει το ΔΝΤ από την Ευρώπη και ότι το Ταμείο χρειάζεται να ξεκαθαρίσει τη θέση του πολύ σύντομα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ