Κατερίνα Σώκου ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΩΚΟΥ

Η θυσία και η υπόσχεση

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Είναι σίγουρα θετικό ότι υπάρχει μία πρώτη, έστω, συμφωνία για την αποτροπή μιας νέας ελληνικής κρίσης φέτος το καλοκαίρι. Διότι αυτή θα ήταν η «εναλλακτική», αν δεν επέστρεφε το ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα. Βέβαια, πρόκειται για έναν επώδυνο συμβιβασμό. Τα επιπλέον μέτρα, αυτά που θα πονέσουν τους φορολογουμένους και τους συνταξιούχους, είναι η θυσία που χρειάσθηκε για να πεισθεί το ΔΝΤ να επιστρέψει στο ελληνικό πρόγραμμα. Αν οι στόχοι για το πρωτογενές πλεόνασμα των επόμενων ετών είχαν ορισθεί χαμηλότερα, όπως επέμενε ο διεθνής οργανισμός, τότε αυτά τα μέτρα δεν θα ήταν απαραίτητα.

Αλλά το ΔΝΤ άλλαξε γνώμη στην πορεία, και όσο και αν λέει τώρα ότι η μεταρρύθμιση του φορολογικού και του συνταξιοδοτικού συστήματος έπρεπε να γίνει ούτως ή άλλως, κάποτε πρέπει να συζητήσουμε σοβαρά αν η διεύρυνση της φορολογικής βάσης σημαίνει να φορολογείς ακόμη και τους πιο αδύναμους ή αν θα ήταν πιο δίκαιο να αναπτύξεις τους μηχανισμούς και τα κίνητρα εκείνα που θα καταπολεμήσουν ουσιαστικά τη φοροδιαφυγή.

Η υποχώρηση του ΔΝΤ, βέβαια, έγινε διότι οι Ευρωπαίοι δεν δέχονταν να μειώσουν τη λιτότητα που κρύβουν τα πλεονάσματα του 3,5% του ΑΕΠ, καθώς αυτό θα σήμαινε ακόμη περισσότερα μέτρα ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους ώστε να φαίνεται ρεαλιστική οποιαδήποτε μελέτη βιωσιμότητας του χρέους που δεν περιλαμβάνει γενναίο «κούρεμά» του. Ακόμη κι έτσι, όμως, το ΔΝΤ επιμένει σε κάποια ηπιότερα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, τα οποία πρέπει επίσης να συμφωνηθούν.

Αναγνωρίζοντας το βάρος που θα έχουν τα νέα μέτρα για την ανάπτυξη, το ΔΝΤ συμφώνησε να τεθούν σε ισχύ αργότερα, το 2019 και το 2020, κάτι που τελικά είδε με καλό μάτι η κυβέρνηση, καθώς μέχρι τότε το πιθανότερο είναι ότι δεν θα χρειασθεί να τα επιβάλλει εκείνη αλλά μία άλλη κυβέρνηση. Μένει να αποδειχθεί αν η οικονομία έχει καταφέρει να ανακάμψει αρκετά μέχρι τότε ώστε να απορροφήσει τις υφεσιακές πιέσεις που θα προκαλέσουν οι νέες περικοπές. Για να γίνει αυτό, όμως, χρειάζεται η Ελλάδα να προσελκύσει επενδύσεις, να ενισχύσει την επιχειρηματικότητα, να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά της, να πείσει τις αγορές ότι μπορεί να γίνει το επόμενο success story. Βεβαίως, με την ελληνική οικονομία εξασθενημένη και τις τράπεζες αδύναμες να χρηματοδοτήσουν τις επιχειρήσεις των Ελλήνων, αυτό εξαρτάται από τους ξένους επενδυτές. Θα πιστέψουν ότι η Ελλάδα μπορεί να τους αποδώσει οτιδήποτε εκτός από βραχυπρόθεσμα κέρδη στην αγορά ομολόγων κάθε φορά που προβλέπουν σωστά την επόμενη στροφή του ελληνικού δράματος; Οι πρώτες ενδείξεις δεν είναι ενθαρρυντικές, αλλά αυτό θα μπορούσε να αλλάξει αν μία κυβέρνηση κάνει όσα χρειάζονται για την αλλαγή του επιχειρηματικού κλίματος στη χώρα.

Σε αυτό το πλαίσιο, υπάρχει και ένας ίσως εποικοδομητικός για την ελληνική οικονομία συμβιβασμός στη χθεσινή συμφωνία, για το άνοιγμα των επαγγελμάτων και των αγορών, καθώς και κάποιες ιδιωτικοποιήσεις. Πρόκειται για τα υπόλοιπα περασμένων προγραμμάτων που κόλλησαν στις αντιδράσεις κλαδικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων, υπό την... αιγίδα του Σύριζα, όταν ήταν στην αντιπολίτευση. Μεταρρυθμίσεις που κινούνται προς την απελευθέρωση των αγορών, όπως το άνοιγμα των καταστημάτων τις Κυριακές, μπορούν υπό προϋποθέσεις να δημιουργήσουν μία πιο αποτελεσματική αγορά, με μείωση του κόστους για τους καταναλωτές ή και αύξηση του τζίρου, στον βαθμό που υπάρχει η ζήτηση, αν όχι ακόμη από την πλειονότητα των Ελλήνων τότε έστω από τους... τουρίστες. Και εδώ όμως, θα υπάρχει ένα κόστος για την προσαρμογή. Η ανάπτυξη δεν θα έρθει εύκολα. Η θυσία μπορεί να συμφωνήθηκε, αλλά η υπόσχεση της ανταμοιβής παραμένει αυτό: μία υπόσχεση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ