ΜΟΥΣΙΚΗ

«Σκοτεινός» Ερωτόκριτος, ως ελληνικό μιούζικαλ

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Το μιούζικαλ «Ερωτόκριτος», με στοιχεία ροκ, τζαζ, μπλουζ και ελληνικής παράδοσης και λιμπρέτο πιστό στον Κορνάρο, είναι η πρόταση του Δ. Μαραμή.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Υπάρχει ελληνικό μιούζικαλ;» να ένα ερώτημα που μας οδηγεί απευθείας στα βαθιά και που καθώς διατυπώνεται από τον Δημήτρη Μαραμή ορίζει και ένα πλαίσιο, θεωρητικό και καλλιτεχνικό. Ο «Ερωτόκριτος» είναι σύλληψη του ιδίου: η ιδέα για τη δημιουργία ενός μιούζικαλ με δομή όπερας, η σύνθεση της μουσικής, το λιμπρέτο. Με ελευθερία εμπνέεται από το έργο του Βιτσέντζου Κορνάρου και μας δίνει μία δική του εκδοχή για έναν άχρονο, ως προς τον ορισμό της εποχής, αλλά απολύτως ακριβή, ως προς το πνεύμα, «Ερωτόκριτο», μια απόπειρα εξόρυξης όλης της δυναμικής που βρίσκει κανείς στους ήρωες, στις ισορροπίες, στις αντιλήψεις. «Αν είχε γραφεί σε άλλη γλώσσα, ο Θερβάντες και ο Σαίξπηρ δεν θα ήταν μόνοι», λέει για τον Κορνάρο ο Δημήτρης Μαραμής, ένας συνθέτης βουτηγμένος ολόκληρος σε αυτό το φιλόδοξο εγχείρημα, μια καλλιτεχνική πρόταση που πάει πέρα από αυτό που εκ πρώτης όψεως είναι.

Ο «Ερωτόκριτος», ανάθεση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με όλη την ηθική και θεσμική υποστήριξη του Γιώργου Κουμεντάκη, παρουσιάζεται ήδη στην Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής στο Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος και είναι επί της ουσίας το πρώτο μιούζικαλ που παραγγέλνει η Λυρική. Το σκηνοθετεί και το χορογραφεί ο Κωνσταντίνος Ρήγος, που συμπλέει με τον Δημήτρη Μαραμή και προχωράει το χτίσιμο ενός «σκοτεινού ήρωα». Το λέει με έμφαση και ο συνθέτης: «Παραδώσαμε έναν πιο “σκοτεινό” Ερωτόκριτο». Οχι, ενδεχομένως από διάθεση απώθησης ενός χάπι εντ, όσο από ακριβέστερη ανάγνωση όλου του ψυχικού αποθέματος που βρίσκει κάποιος και στα πέντε πρόσωπα του έργου.

Ο Δημήτρης Μαραμής, που πρωτοεκτέθηκε στον «Ερωτόκριτο» το 2011 όταν συνεργάστηκε στο σκηνικό ανέβασμα του Στάθη Λιβαθινού στο «Ακροπόλ» (2011), ζει με το έργο του Βιτσέντζου Κορνάρου καθημερινά από τότε, του τριβελίζει και του τρυπάει το μυαλό, παράλληλα με όλον τον εξουθενωτικό φόρτο εργασίας. Δουλεύει αδιάκοπα: κύκλοι τραγουδιών και θεατρική μουσική και τώρα η μεγάλη εκβολή στον ωκεανό του ρεπερτορίου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.

Επρεπε να γράψει πάνω στις δυνατότητες και στην έκταση της κάθε φωνής. Η διανομή είναι πέντε ταλαντούχοι τραγουδιστές, όχι όλοι από το μουσικό θέατρο ή την όπερα. Το ζευγάρι Ερωτόκριτος - Αρετούσα είναι ο Θοδωρής Βουτσικάκης και η Μαρίνα Σάττι, δύο εξαιρετικές φωνές και σπουδαία ταλέντα. Στον ρόλο του Πολύδωρου είναι ο Gautier Βελισσάρης, ένας, επίσης, ταλαντούχος τραγουδιστής, που μαζί με το ερωτευμένο ζευγάρι σχηματίζει αυτό το σχήμα ισορροπιών, έντασης και ανατροπής. Οι τρεις πρωταγωνιστές προέρχονται επί της ουσίας από το έντεχνο τραγούδι και γι’ αυτό υπάρχει μικροφωνική ενίσχυση. Στους ρόλους της Νένας και του Ρήγα, η μεσόφωνος Ιωάννα Φόρτη και ο βαρύτονος Κωστής Μαυρογένης, ο οποίος συμμετείχε και στη «Φόνισσα» του Γιώργου Κουμεντάκη. Η φωνή του βαρύτονου, στον ρόλο του Ρήγα, έρχεται ως ένα στοιχείο ευθείας εξουσίας ανάμεσα στις «καμπύλες» των άλλων φωνών. Οκτώ άνδρες τραγουδιστές (από το δυναμικό της Λυρικής) συνθέτουν το φωνητικό σύνολο που εναλλάσσει ρόλους αυλικών, στρατιωτών, αλλά και αφηγητή-σχολιαστή κατά το πρότυπο του χορού στις αρχαίες τραγωδίες. Δεν υπάρχει πρόζα παρά μόνον διαρκής ροή μουσικής επί δύο ώρες χωρίς διάλειμμα. Υπήρχε η πρόκληση να συνδεθούν οι σκηνές χωρίς χάσματα, με μουσική που να ταιριάζει στις φωνές, με αποτέλεσμα που να κρατάει τον θεατή. Ο Δημήτρης Μαραμής δημιούργησε διαλόγους, ανασύνθεσε σκηνές, καθώς ζητούμενο ήταν η νοηματική ροή. Στην αρχική σκηνή στο μπαλκόνι, π.χ., όπου το ζευγάρι συναντιέται, σκηνή που ο Κορνάρος απλώς περιγράφει, στο μιούζικαλ «Ερωτόκριτος» έχει γίνει ένα ντουέτο. «Σε αυτήν τη σκηνή η λέξη έρωτας ακούγεται 52 φορές», λέει ο Δημήτρης Μαραμής. «Σκεφτείτε πόσο ποτισμένο από αυτήν τη λέξη είναι όλο το έργο».

Παρ’ όλα αυτά, ο «Ερωτόκριτος» κατά Μαραμή υμνεί βεβαίως τον έρωτα δύο εφήβων (η Αρετούσα είναι 14 και ο Ερωτόκριτος 18) αλλά έχει αποφύγει τις κακοτοπιές. «Το έχουμε αποδώσει με πιο σκοτεινά χρώματα», λέει. «Ο έρωτας στον “Ερωτόκριτο” είναι η αρρώστια του πόθου. Καθώς ο ίδιος ο Κορνάρος είχε ιατρικές γνώσεις, περιγράφει τον έρωτα ως ένα βάσανο που απαιτεί θεραπεία, εξ ου και όλες οι ψυχοσωματικές αναφορές». Οταν έρχεται η ώρα οι δύο ερωτευμένοι να σμίξουν, μπαίνει στη μέση η εξουσία (Ρήγας) που έχει άλλα σχέδια για το μέλλον της Αρετούσας. Εκείνη αρνείται και κλείνεται στη φυλακή. «Υπάρχει παραλληλία με την “Αντιγόνη” του Σοφοκλή», λέει ο Δημήτρης Μαραμής. Η επιστροφή του Ερωτόκριτου από τον πόλεμο, μεταμφιεσμένου, όμως, ως μαύρου, ωθεί την πλοκή στις περαιτέρω δοκιμασίες. «Υπάρχουν όλα τα στοιχεία της αρχαίας τραγωδίας. Η μεγάλη, αρχετυπική φόρμα με τις σκηνές των αναγνωρίσεων. Ολα αυτά υπονομεύουν το χάπι εντ. Δεν με ενδιαφέρει ο γάμος τους. Με ενδιαφέρει η σκηνή της αναγνώρισης».

Χώρος και χρόνος

Το μιούζικαλ «Ερωτόκριτος» δεν τοποθετείται γεωγραφικά πουθενά. «Απέφυγα τις ονομασίες», επισημαίνει ο Δημήτρης Μαραμής. «Δεν υπάρχει δηλαδή αναφορά στην αρχαία Αθήνα, όπως κάνει ο Κορνάρος, ούτε σε κανέναν βασιλιά Ηρακλή. Αλλά ακόμη και ο ίδιος ο Κορνάρος κάνει αναχρονισμούς με κονταρομαχίες στην αρχαία Αθήνα... Η μόνη θεότητα είναι ο Ερωτας και γι’ αυτό δεν υπήρχε κανένας λόγος να την περιορίσω στον χώρο και στον χρόνο».

Για τον Δημήτρη Μαραμή, η όπερα και το μουσικό θέατρο ήταν παιδικό και εφηβικό όνειρο. «Την ιδέα να κάνω μιούζικαλ τη δουλεύω από τα σχολικά χρόνια και πάντα αυτοσχεδίαζα στο πιάνο. Με απασχολούσε το ιδανικό θέμα, αλλά από το 2013 ξεκαθάρισε στο μυαλό μου».

Το μιούζικαλ είναι μια δύσκολη υπόθεση καθώς συνδυάζει «και την καλλιτεχνική και την εμπορική πρόθεση». «Αυτό που κάνω δεν έχει σχέση με το μιούζικαλ που γνωρίζουμε από τη μεγάλη βρετανική και αμερικανική παράδοση. Και όσο σημαντική και να είναι αυτή η παράδοση, εγώ κάνω ως Ελληνας δημιουργός μια άλλου τύπου προσέγγιση και σύνθεση στοιχείων».

Ο Δημήτρης Μαραμής έχει άφοβα παντρέψει ήχους της τζαζ, της ροκ και των μπλουζ με στοιχεία της ελληνικής παράδοσης με έμφαση σε ό,τι δίνει κίνηση, με προσοχή στην πλούσια ρυθμολογία. Αλλωστε, η ίδια η γλώσσα, το λιμπρέτο, στηρίζεται στη μουσικότητα της πρωτότυπης γλώσσας του Κορνάρου, την εσωτερικευμένη που εκφέρεται με απόλυτα ποιητικό τρόπο. «Σπάνια χρησιμοποιείται στην όπερα, ή στο μιούζικαλ γενικότερα, ένα λιμπρέτο τόσο υψηλής ποίησης», λέει ο Δημήτρης Μαραμής. «Αυτό από μόνο του συνιστά μια πρόκληση και προσδίδει μια ιδιαιτερότητα, για να μην πω μοναδικότητα, στο όλο εγχείρημα».

​​ Παραστάσεις 7, 12, 13, 14, 18, 19, 20, 21/5.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ