ΜΟΥΣΙΚΗ

Η Φιλαρμονική του Βερολίνου ξανά στο Ζάλτσμπουργκ

ΤΑΣΟΣ ΚΡΙΕΚΟΥΚΗΣ*

Η Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης σε ειδική συναυλία, κατά το πρόσφατο πασχαλινό φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το Ζάλτσμπουργκ είναι, χωρίς αμφιβολία, μία από τις ομορφότερες και γραφικότερες πόλεις στον κόσμο, που δεν σταματά να γιορτάζει με υπερηφάνεια την ιστορία της και τη μνήμη του διασημότερου παιδιού της, του Μότσαρτ. Τέσσερα μεγάλα φεστιβάλ δοξάζουν κάθε χρόνο στην πόλη αυτή τη μουσική και το θέατρο. Το αρχαιότερο είναι εκείνο του καλοκαιριού, που ξεκίνησε τη σημαντική ιστορία του το 1920 με την πρωτοβουλία τριών γιγάντων της τέχνης, ενός ποιητή, του Χιούγκο φον Χόφμανσταλ, ενός συνθέτη, του Ρίχαρντ Στράους και ενός μαγικού θεατρανθρώπου, του Μαξ Ράινχαρντ.

Σαράντα επτά χρόνια αργότερα, ένα άλλο διάσημο παιδί του Ζάλτσμπουργκ, ο Χέρμπερτ φον Κάραγιαν, θέσπισε στην πατρίδα του ένα πασχαλινό φεστιβάλ, αποκλειστικά αφιερωμένο στη μουσική, που έμελλε να έχει και αυτό κύρος και απήχηση παγκόσμιας εμβέλειας χάρη και στη μόνιμη ορχήστρα του, που δεν ήταν άλλη από τη Φιλαρμονική του Βερολίνου. Το 2011, όμως, η Φιλαρμονική του Βερολίνου και ο αρχιμουσικός της, σερ Σάιμον Ρατλ, έπειτα από σειρά σκανδάλων της οικονομικής διοίκησης του φεστιβάλ, αποφάσισαν να μετακομίσουν στο πασχαλινό μουσικό φεστιβάλ του Μπάντεν Μπάντεν. Το χτύπημα για το Ζάλτσμπουργκ ήταν μεγάλο, αλλά, με μια κίνηση ματ, η πόλη έσωσε αμέσως την απειλούμενη αίγλη της, υπογράφοντας συνεργασία με τη Συμφωνική της Δρέσδης και τον διευθυντή της, τον χαρισματικό Κρίστιαν Τίλεμαν (Christian Thielemann).

Φέτος, το Ζάλτσμπουργκ γιόρτασε τα 50 χρόνια του φεστιβάλ του Πάσχα με σπάνια λαμπρότητα. Οι πιο διάσημοι σολίστ ήταν εκεί, η συμφωνική ορχήστρα της Δρέσδης και η Φιλαρμονική της Βιέννης ήταν εκεί. Πώς θα μπορούσαν όμως να γιορταστούν τα 50 χρόνια χωρίς την ψυχή τους, την εμβληματική Φιλαρμονική του Βερολίνου; Την απάντηση έδωσε η χήρα του Κάραγιαν, Ελιέτ, που χρηματοδότησε μόνη της τη συμμετοχή των διάσημων Βερολινέζων. Ετσι, για λίγες μέρες, βρέθηκαν να παίζουν στο μεγάλο Festspielhaus οι τρεις σημαντικότερες ορχήστρες του κόσμου.

Πανηγυρική αρχή

Το φεστιβάλ άρχισε πανηγυρικά με τη Βαλκυρία του Βάγκνερ, με την οποία ο Κάραγιαν είχε εγκαινιάσει τότε τον νέο θεσμό, και μάλιστα σε δική του σκηνοθεσία. Μισόν αιώνα μετά, η Σόνια Νεμιρόβα την αναθεώρησε εμπνευσμένα και προσάρμοσε αριστουργηματικά τα τότε επαναστατικά σκηνικά στα σημερινά δεδομένα. Παράλληλα, ο Τίλεμαν, με την απαράμιλλη σε βάθος μουσική του διεύθυνση, κατάφερε το σχεδόν ακατόρθωτο, να συνδυάσει τις υπερκόσμιες με τις πιο μύχιες, τις πιο βαθιά ανθρώπινες πτυχές του έργου, όπου η τεράστια ορχήστρα μεταμορφωνόταν, ως εκ θαύματος, σε ένα κοντινό μας σύνολο μουσικής δωματίου, εντείνοντας τη μέθεξη και τη συγκίνηση.

Η συνεργασία του με τη Νεμιρόβα πέτυχε έτσι τον τελικό βαγκνερικό της στόχο, να ακούμε με τα μάτια και να βλέπουμε με τα αυτιά. Χωρίς αμφιβολία, σε αυτό συνετέλεσαν και οι θαυμάσιοι τραγουδιστές που όλοι ανήκουν στο σημερινό βαρύ πυροβολικό της όπερας. Εδωσαν αξέχαστες, σε δύναμη και συγκίνηση, ερμηνείες, ιδίως η διάσημη Ελληνογερμανίδα Anja Harteros (κατά κόσμον Σταυρούλα Χαρτερού) στον ρόλο της Ζιγκλίντε και η Ανια Κάμπε ως Μπρουνχίλντε, ενώ ο Πέτερ Σάιφερτ κράτησε τον ρόλο του Ζίγκμουντ, παρά τα 63 του χρόνια.

Και μια ξεχωριστή νότα: Το πρωί της παράστασης, οι δύο μεγάλες ιέρειες της όπερας του περασμένου αιώνα, η Κρίστα Λούντβιχ και η Γκουντούλα Γιάνοβιτς, πρωταγωνίστριες της πρεμιέρας της Βαλκυρίας του Κάραγιαν πριν από 50 χρόνια, θαλερές ακόμα, ενθουσίασαν με τις, γεμάτες ζωντάνια και χιούμορ, ενδιαφέρουσες μαρτυρίες τους από την ιστορική εκείνη παράσταση.

Οι συναυλίες που ακολούθησαν κάθε άλλο παρά απογοήτευσαν μετά τον ενθουσιασμό της πρώτης μέρας. Ο Φραντς Βέλζερ-Μεστ διηύθυνε την επομένη, Κυριακή των Βαΐων, με τη Συμφωνική της Δρέσδης, την 9η συμφωνία του Μάλερ, μια καθηλωτική συμφωνία αποχαιρετισμού, ανάμεσα στα δισδιάκριτα όρια του θανάτου και του επέκεινα.

Το απόγευμα της Μεγάλης Δευτέρας, ο Τίλεμαν εκφράστηκε με μια αυστηρή στην ανάγνωσή της, αλλά ταυτόχρονα υπερβατική, 9η συμφωνία του Μπετόβεν χάρη και στους χαρισματικούς πρωταγωνιστές της Βαλκυρίας που είχε ως σολίστ, αυτή τη φορά όμως με τη Φιλαρμονική της Βιέννης. Λίγες ώρες αργότερα, ο Myung-Wung Chung και η Συμφωνική της Δρέσδης ερμήνευσαν το ποιητικό Ρέκβιεμ του Φορέ με σολίστ την Αννα Προχάτσκα και τον Αντριαν Ερεντ. Την ακολούθησε η, σχετικά σπάνια παιζόμενη, 3η συμφωνία του Σεν-Σανς, γνωστή ως συμφωνία του εκκλησιαστικού οργάνου. Η επιλογή τού αρκετά πομπώδους αυτού έργου ξένισε, ιδίως σε σχέση με το ύφος και την εσωτερικότητα των όσων είχαν προηγηθεί την ίδια μέρα.

Φινάλε με Μάλερ

Τη Μεγάλη Τρίτη, μετά την εισαγωγή στον Εγκμοντ του Μπετόβεν, ο μεγάλος βιρτουόζος, αλλά μικρός στην ηλικία, Ντανίλ Τριφόνοφ, ερμήνευσε αριστοτεχνικά, υπό την μπαγκέτα του Τίλεμαν, το Κοντσέρτο για πιάνο σε ντο μείζονα , αρ. 21, του Μότσαρτ. Ο ήχος ήταν υπέροχος, ο τελικός του όμως στόχος παρέμεινε κάπως ασαφής, εντύπωση που επέτειναν αρκετά πρωτοποριακές στη σύλληψή τους καντέντσες. Τον ακολούθησε ένα μακρύ, ονειρικό ταξίδι που μας χάρισε η ρομαντική 4η συμφωνία του Μπρούκνερ.

Το τελευταίο βράδυ, ο σερ Σάιμον Ρατλ και η Φιλαρμονική του Βερολίνου, με τον μοναδικό, αμέσως αναγνωρίσιμο ήχο της, καθήλωσαν το κοινό με την αγαπημένη του Κάραγιαν, τραγική 6η συμφωνία του Μάλερ. Με αυτήν έκλεισε θριαμβευτικά ο πλούσιος αυτός μουσικός κύκλος, μια αληθινή γιορτή της μουσικής, που, κατά γενική ομολογία, ίσως να παραμείνει ανεπανάληπτος στην πασχαλινή ιστορία του Ζάλτσμπουργκ. Τον χάρηκαν όλοι, ανώνυμοι και επώνυμοι, από τον Βάργκας Γιόσα μέχρι την Μπιάνκα Τζάγκερ. Η Ελιέτ φον Κάραγιαν προτίμησε όμως να περάσει το τελευταίο, πανηγυρικό, δικό της, βράδυ με την ελληνική συντροφιά των πιστών του θεσμού.

* Ο κ. Τάσος Κριεκούκης είναι πρέσβης ε.τ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ