ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Aνησυχητική στασιμότητα

ΙΩΑΝΝΗΣ Κ. ΜΟΥΡΜΟΥΡΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τ​​ο τελευταίο διάστημα, ένα επιπλέον επεισόδιο πολιτικής αντιδικίας έλαβε χώρα με αφορμή στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ σχετικά με το ΑΕΠ. Η αντιπολίτευση με μεγάλη εμβρίθεια έβλεπε ύφεση με 23 εκατ. (!) λιγότερα από το περυσινό ΑΕΠ, η δε συμπολίτευση γιόρταζε την αρχή της ανάπτυξης, με βάση μια πρόβλεψη που έδινε κάτι παραπάνω από μερικές δεκάδες εκατ. (!) πάνω από το περυσινό ΑΕΠ. Πρακτικά διαβάζουν το ίδιο, αλλά το παρουσιάζουν όπως τους εξυπηρετεί, ενώ ο πολίτης συνεχίζει να πληρώνει χωρίς προοπτική για σχεδόν επτά χρόνια. Για να εμβαθύνουμε στο πραγματικό πρόβλημα, θα εξετάσουμε το ΑΕΠ και το εμπορικό ισοζύγιο.

• Το ΑΕΠ σε τιμές 2010 ήταν 184,2 δισ. ευρώ το 2013, 184,8 δισ. ευρώ το 2014, 184,4 δισ. ευρώ το 2015 και 184,8 δισ. ευρώ το 2016, με άλλα λόγια για 4 χρόνια παραμένει πρακτικά σταθερό και ποιοτικά με την ιδία δομή. Οι μικροαλλαγές οφείλονται σε οριακές αυξομειώσεις ποσοτήτων και τιμών προϊόντων και υπηρεσιών, καθώς και σε αριθμητικές αλλαγές που προκαλεί ο αποπληθωρισμός. Οι όποιες αλλαγές αφορούν διεθνείς αλλαγές τιμών.

Ο αποπληθωρισμός 2013 έως τα τέλη 2016 ήταν στοιχείο πρωτόγνωρο για τα ελληνικά δεδομένα. Ηταν εισαγόμενος λόγω κυρίως της διεθνούς πτώσης της τιμής του πετρελαίου και δεν επέφερε μείωση τιμών στα προϊόντα ή στο καλάθι της νοικοκυράς.

• Το εμπορικό ισοζύγιο (εισαγωγές - εξαγωγές), εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών, διατηρείται ελλειμματικό κατά 20 δισ. δολάρια κατ’ έτος και είναι σταθερό για την ίδια περίοδο 2013 έως και 2016, διατηρώντας την ίδια ποιοτικά δομή.

Αυτά τα δύο αποδεικνύουν ότι όσα γίνονται δεν έχουν επίπτωση στην ανάπτυξη και αυτό ανεξαρτήτως ποιος διοικεί.

Ολα τα μέτρα, αυξήσεις φόρων, μειώσεις μισθών και συντάξεων, απελευθέρωση σχεδόν της εργασίας, δεν δείχνουν να έχουν κάποια θετική συνεπεία στην ανάπτυξη. Αντιθέτως, οι τραπεζικές αποταμιεύσεις μειώνονται για να πληρωθούν κυρίως οι φόροι. Το μνημονιακό παραδοτέο του Μαρτίου 2016 σχετικά με το «Αναπτυξιακό Πρόγραμμα» δεν εκπονήθηκε ποτέ, λες και έπρεπε να ζητηθεί από τους ξένους... Οψιμα δε μαθαίνουμε για 11μελή επιτροπή «στρατηγικής ανάπτυξης» με πρόσωπα αμφιλεγόμενης εμπειρίας. Είναι όμως υποχρέωση και της κάθε αντιπολίτευσης να εργαστεί σε αυτή την κατεύθυνση και μάλιστα παραδειγματικά. Πρέπει να έχουμε σαφή ιδέα των προτάσεων και των μεταρρυθμίσεων όλων. Οι επιτυχημένες απαραίτητες μεταρρυθμίσεις προκύπτουν από τη γνώση του στόχου που επιδιώκουμε. Οι μειώσεις των συντάξεων ή μισθών δεν πρέπει να παρουσιάζονται σαν μεταρρυθμίσεις επίλυσης π.χ. του συνταξιοδοτικού, απλώς είναι αναγκαιότητα γιατί δεν μπορούν να δοθούν τα υποσχεθέντα, είτε πληρώθηκαν είτε όχι. Αυτήν τη νέα κατάσταση πρέπει να την παραδεχθούν πολίτες και πολιτικοί. Η επίρριψη ευθυνών πρέπει να μετατραπεί σε σχέση ωριμότητας και συνεννόησης.

Είναι επίσης ένδειξη ανικανότητας, την ώρα της μεγαλύτερης έλλειψης κεφαλαίων και πραγματικής φτώχειας, ο κρατικός μηχανισμός να συνεχίζει να προγραμματίζει μη παραγωγικά έργα, από την π.χ. εκδίωξη από τα κέντρα πόλεων των σιδηροδρομικών σταθμών για πολιτιστική ανάπτυξη και αναψυχή (!), σιδηροδρομικές συνδέσεις χωρίς μεταφορικό έργο κ.λπ., με πλήρη δε συμφωνία των «αρμοδίων φορέων».

Ανάπτυξη δεν είναι να έχει ο καθένας κάποια δουλειά παραπάνω και εις βάρος του διπλανού του, η ανάπτυξη υπονοεί υψηλή προστιθέμενη αξία με εμπορεύσιμα εξαγώγιμα προϊόντα.

Πρέπει να γίνει αντιληπτό από συμπολίτευση και αντιπολίτευση ότι π.χ. ένα επενδυτικό έργο χωρίς υψηλό ΕΣΑ (Εσωτερικός Συντελεστής Απόδοσης) δεν πρέπει να γίνεται.

Οι αναπτυξιακοί μας νόμοι απέτυχαν πλήρως και συνεχίζουμε στην ίδια λογική. Οι επιδοτήσεις έκαναν μια μη ανταγωνιστική γεωργία, όπου μάλιστα επιδοτήσεις δισεκατομμυρίων ζητούνται πίσω, από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Η επιζητούμενη ρευστότητα στην αγορά από τους εμπόρους δεν θα έκανε παρά τα λίγα κεφάλαια να οδηγηθούν στο εξωτερικό και στην χώρα να μείνει μόνο ο ΦΠΑ, μια και η πλειοψηφία των προϊόντων είναι εισαγόμενα. Το ίδιο συνέβη και με την επιδοτική πολιτική κοινωνικής ανακούφισης, που έδωσε κάτι γύρω από 500 ευρώ σε έναν αριθμό συμπολιτών μας. Το κοινωνικό σύνολο έχασε το 70% αυτού σαν πρόσθετο έλλειμμα. Τέτοιες πολιτικές με την υπάρχουσα οικονομική δομή βλάπτουν παρά τη λαοφιλή επίφαση.

Εστω και τώρα, μάλλον είναι πολύ χρήσιμο να κινηθούμε σε μια ριζοσπαστική αναπτυξιακή πολιτική κατά Ricardo Hausmann, professor Harvard Kennedy School & Center for International Development, με βάση τη δομή του εμπορικού ισοζυγίου, δηλαδή να υποβοηθείται ο εξαγωγικός τομέας προϊόντων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας και οι ίδιοι εταιρικοί φορείς να υποβοηθούνται στο να επεκτείνουν και να διαφοροποιήσουν την παραγωγή τους. Ετσι μόνο θα επιδράσουμε στη μείωση του εμπορικού ελλείμματος και στην παραγωγή νέου πλούτου, που με τη σειρά του θα αυξήσει το ΑΕΠ. Ο καθοδηγητικός ρόλος του κράτους πρέπει να γίνει ιδιαίτερα ενεργός, μια και δεν ήμασταν ποτέ ελκτικοί στις «ξένες άμεσες επενδύσεις».

* Ο κ. Ιωάννης Κ. Μουρμούρης είναι καθηγητής Management και Οικονομικής των Μεταφορών, ΔΠΘ. jomour@eexi.gr.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ