Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Νίκος Αλιβιζάτος
Οι σαμάνοι των θεσμών

Ή​​ταν 22 Απριλίου του 2002. Κανείς δεν θα θυμόταν την ημερομηνία. Κανείς αν δεν ήταν η επομένη του πρώτου γύρου των γαλλικών προεδρικών εκλογών. Ηταν ο γύρος στον οποίο ο Ζαν-Μαρί Λεπέν είχε κάνει την έκπληξη. Είχε έρθει δεύτερος, πίσω από τον Σιράκ, αποκλείοντας τον σοσιαλιστή Λιονέλ Ζοσπέν. Εκείνο το πρωί, όπως κάθε πρωί, ο Νίκος Αλιβιζάτος μπήκε στο αμφιθέατρο για μάθημα. Ενημέρωσε όμως τους φοιτητές του ότι δεν θα έκανε μάθημα. Υπήρχε μια άλλη επείγουσα ανάγκη. «Πρέπει», τους είπε, «να συζητήσουμε αυτό που έχει συμβεί».

Τότε ήταν ακόμη η εποχή που οι φοιτητές του Αλιβιζάτου, αλλά και η κοινωνία έξω από τα αμφιθέατρα, μπορούσαν να απολαμβάνουν τη δημοκρατική ομαλότητα χωρίς να τη σκέφτονται. Μπορούσαν να δρέπουν τους καρπούς της θεσμικής ρουτίνας χωρίς να χρειάζεται να τη συνειδητοποιούν.

Σαν ανήσυχος παθολόγος των θεσμών, ο Αλιβιζάτος επέμενε από τότε να εξηγεί πόσο πολύτιμο και πόσο εύθραυστο ήταν το δημοκρατικό περιβάλλον, όπως έμελλε μετά τη χρεοκοπία να φανεί. Επέμενε να εξηγεί, αντί απλώς να καταγγέλλει. Αυτό έκανε και προχθές στη δίκη για τη Χρυσή Αυγή.

Η εύκολη αντίδραση απέναντι στο νεοναζιστικό φαινόμενο ήταν ο αποτροπιασμός. Από τη στιγμή που βγήκαν στο ξέφωτο, οι χρυσαυγίτες αναθεματίζονταν ως κτήνη, με όρους που συχνά θύμιζαν το ρατσιστικό λεξιλόγιο που χρησιμοποιούσαν οι ίδιοι. Λίγοι είχαν τα εφόδια για να εξηγήσουν ποια ήταν ακριβώς η απειλή και γιατί διέφερε απ’ ό,τι είχαμε αντιμετωπίσει μεταπολεμικά. Να εξηγήσουν γιατί η ωμή βία του Μιχαλολιάκου διαφέρει από τη ρητορική βία του Λεπέν· γιατί απειλούν αμφότερες τη δημοκρατία, αλλά όχι εξίσου.

Αποδείχτηκε πόσο σημαντική ήταν η επιστημονική ανατομία του φαινομένου όταν, χάρη στο σκεπτικό που παρήγαγε, οι χρυσαυγίτες οδηγήθηκαν στη φυλακή. Ηρθαν έτσι αντιμέτωποι με μια Πολιτεία που έδειξε ότι ούτε άοπλη ήταν ούτε διατεθειμένη να τους παρακολουθεί αδιάφορη να τη διαβρώνουν. Αποδείχτηκε επίσης πότε και πώς πρέπει να μιλούν οι «διανοούμενοι που σιωπούν». Το είπε καλύτερα ο Χάμπερμας, λίγες ημέρες πριν από τον πρώτο γύρο των γαλλικών εκλογών: Οσο κανείς ενώπιον μιας επείγουσας κατάστασης μόνο ελεεινολογεί, παραμένει ο ίδιος σύμπτωμά της.

Σύμπτωμα της επείγουσας κατάστασης, κατά την οποία η λειτουργία της δημοκρατίας παύει να είναι μια ανεπαίσθητη ρουτίνα, είναι και αυτό: Πολλαπλασιάζονται αυτοί που το παίζουν «γιατροί». Οι πλατείες και τα τηλεοπτικά πλατό γεμίζουν από πλανόδιους που συνταγματολογούν, πότε δικαιολογώντας την καλή βία ως συνταγματική υποχρέωση, πότε ορίζοντας το δημόσιο συμφέρον ως εισπρακτικό μέγεθος, πότε ταυτίζοντας τη δημοκρατία με τη δημοψηφισματική καταστρατήγησή της.

Αυτοί που έντυσαν τις μούντζες κατά του Κοινοβουλίου με το γάντι της επιστήμης τους, είναι συνάδελφοι του Αλιβιζάτου – όσο ο σαμάνος είναι συνάδελφος του γιατρού.

Παύλος Πολάκης
Σέλφι, δηλητήριο και χειρουργεία

Α​​πό τότε που ο Πολύδωρας ως άλλος πυροσβέστης έβαζε χέρι για να μετακινηθεί ένας κομμένος κορμός στη φλεγόμενη Πελοπόννησο είχε να εμφανιστεί υπουργός τόσο ετοιμόπολεμος, τόσο «επτόπου» σαν τον υπουργό χειρουργό. Σαν τον υπουργό που αυτοπροβάλλεται ως νυστέρι για τη βουβωνική χώρα, αλλά και τη χώρα γενικώς.

Η πρωτοβουλία του Παύλου Πολάκη να επιστρατεύσει φίλους του γιατρούς και να κάνει χειρουργικό ακτιβισμό με σκηνικό το νοσοκομείο της Ζακύνθου θα συνιστούσε κάτι σαν αντιποίηση Αρχής, αν δεν ήταν ο ίδιος και η Αρχή και η αντιποίησή της.

Δεν είναι η μόνη εφαρμοσμένη παραδοξολογία που ενσαρκώνει ο αναπληρωτής υπουργός Υγείας. Παρασυρμένοι από την όψη και την προφορά του, ζαλισμένοι από τον ζήλο του που μοιάζει παλαιοκομματικός, πολλοί παρεξηγούν τον Πολάκη, κατατάσσοντάς τον σαν αρχαϊκό πολιτικό προϊόν. Είναι μάλλον το αντίθετο. Είναι πιο σύγχρονος από τους πολιτικούς που μένουν καθηλωμένοι στις παλιές φόρμες επικοινωνίας και σέβονται τις παλιές –διάβαζε και θεσμικές– νόρμες πολιτικής συμπεριφοράς.

Δεν είναι η επιδειξιομανία η νομιμοποιημένη διαστροφή της ψηφιακής εποχής; Δεν είναι εντελώς σύγχρονη η πολιτική επικοινωνία που, χωρίς να έχει χρεία επικοινωνιολόγων, ασκείται με σέλφι και ποταμούς αφιλτράριστου λόγου στα κοινωνικά δίκτυα; Δεν είναι ο πολιτικός που καταργεί την απόσταση μεταξύ του ιδίου και του ακροατηρίου του, που καταργεί γενικώς τα όρια –ακόμη και τα όρια μεταξύ ιατρικής και προπαγάνδας–, γνήσιο τέκνο της μετανεωτερικότητας;

Οχι, Πολάκης δεν μας έχει ξανασυμβεί. Είναι ασυναγώνιστος στον βαθμό και στον τρόπο που εκμεταλλεύεται τα νέα Μέσα. Τα Μέσα όπου όλοι είναι ίσοι – όπου δηλαδή έννοια της ισότητας περιορίζεται σε μια γρήγορη σύνδεση στο Ιντερνετ.

Αυτός είναι μόνο ο μισός Πολάκης. Ο αναπληρωτής υπουργός Υγείας δεν είναι μόνο ένα προφίλ στο Facebook. Είναι ένα προφίλ στο Facebook εφοδιασμένο με παλαιά, βαρέα όπλα. Εξοπλισμένο με παραδοσιακά media, που λειτουργούν ως πινάκια όπου αναρτάται η διωκτική του ατζέντα· είναι δικτυωμένος με φορείς εξουσίας που επισπεύδουν αυτή την ατζέντα· είναι θωρακισμένος με ασυλίες και προνόμια που τον προστατεύουν από όσους τον αμφισβητούν.

Σαν οργανισμός φτιαγμένος από ιστούς και μηχανήματα, ο Πολάκης είναι cyborg της πολιτικής. Υβρίδιο συμβατικών και νεωτερικών μέσων επιβολής. Υβρίδιο που καταφέρνει να κυριαρχεί συνδυάζοντας παλαιές και νέες τεχνολογίες της εξουσίας.

Ο Πολάκης κυριαρχεί πρωτίστως στον καμβά της κυβέρνησης, της οποίας την εικόνα καθορίζει σαν να ήταν στέλεχος επιτελικό. Η κυβέρνηση τον έχει ανάγκη. Εχει ανάγκη από παράγοντες που θα γεμίσουν «πολιτικά» –με ένταση και διώξεις– τον χρόνο που κέρδισε. Τον χρόνο που χωρίς πολακισμούς δεν θα μπορούσε να διανύσει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ