ΕΛΛΑΔΑ

Η ιδιαίτερη «φυλή» των στρατηγικών κακοπληρωτών...

ΕΥΓΕΝΙΑ ΤΖΩΡΤΖΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στον αντίποδα αυτών που πληρώνουν συστηματικά τις υποχρεώσεις τους είναι εκείνοι που οφείλουν είτε στο Δημόσιο, δηλαδή στην εφορία και στα ασφαλιστικά ταμεία, είτε στους ιδιώτες και κυρίως στις τράπεζες. Οι συνολικές ληξιπρόθεσμες οφειλές επιχειρήσεων και νοικοκυριών στο Δημόσιο και στις τράπεζες ανέρχεται σε 230 δισ. ευρώ και αντιπροσωπεύουν πάνω από ένα Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν. Πρόκειται για χρέος που σε κάθε περίπτωση «δεν είναι βιώσιμο» και κατανέμεται κατά:

• 108 δισ. ευρώ οφειλές προς τις τράπεζες, από τα οποία τα 65 δισ. ευρώ είναι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές επιχειρήσεων, ενώ στα 43 δισ. ευρώ είναι τα χρέη των νοικοκυριών.

• 94,3 δισ. ευρώ οφειλές προς την εφορία από πάσης φύσεως φόρους, προσαυξήσεις και πρόστιμα.

• 22,5 δισ. ευρώ προς το Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών Εισφορών, χωρίς σε αυτό να περιλαμβάνονται και οι μικρότερες οφειλές προς τα ασφαλιστικά ταμεία, που ανεβάζουν το χρέος στα 29 δισ. ευρώ περίπου.

Η συντριπτική πλειονότητα των οφειλετών είναι επιχειρήσεις ή νοικοκυριά που αδυνατούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, υπό το βάρος της παρατεταμένης κρίσης, της υψηλής ανεργίας, αλλά και της υψηλής φορολογίας, που είναι πλέον μία από τις αιτίες που ανεβάζουν καθημερινά το χρέος.

Ενα μικρότερο ποσοστό, όμως, που υπολογίζεται μεταξύ 15% έως και 20%, είναι επιχειρήσεις και ιδιώτες που γενικώς «δεν τα πάνε καλά» με τις υποχρεώσεις τους και ενώ θα μπορούσαν έστω και με προσπάθεια να πληρώσουν ή να ρυθμίσουν το χρέος τους δεν το κάνουν, θεωρώντας ότι μπορούν να το αποφύγουν. Ολες οι αναλύσεις συμπίπτουν στο συμπέρασμα ότι ένας στους πέντε δανειολήπτες ανήκει στην κατηγορία των στρατηγικών κακοπληρωτών, ενώ από κοντά και συγκεκριμένα μία στις επτά, είναι και η εκτίμηση για τις επιχειρήσεις στρατηγικούς κακοπληρωτές.

Μέθοδοι αποφυγής

Παρά το κύμα των κατασχέσεων που έχει εξαπολύσει το Δημόσιο, οι μέθοδοι αποφυγής που επιστρατεύουν είναι σε αρκετές περιπτώσεις γνωστές, αλλά δύσκολα μπορούν να αλλάξουν το αποτέλεσμα, δηλαδή τον βαθμό εισπραξιμότητας από την πλευρά του Δημοσίου ή των τραπεζών. Η πιο συνηθισμένη είναι η απόκρυψη χρημάτων μέσω θυρίδων, η ύπαρξη χρημάτων στο εξωτερικό ή η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη σε άλλα συγγενικά ή μη πρόσωπα, έτσι ώστε να αποφύγουν την κατάσχεση κινητών ή ακίνητων περιουσιακών στοιχείων.

Το συντριπτικό μέρος του χρέους θεωρείται πλέον ανεπίδεκτο είσπραξης ή σύμφωνα με την επίσημη έκφραση που χρησιμοποιεί το κράτος «μη αποτελεσματικό». Οπως προκύπτει από την ετήσια έκθεση της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, από το σύνολο των 92,8 δισ. ευρώ, που ήταν το επίσημο χρέος στα τέλη του 2016, το «αποτελεσματικό χρέος», δηλαδή αυτό που έχει πιθανότητες να εισπραχθεί περιορίζεται στα 11,4 δισ. ευρώ και αποτελεί μόλις το 12,3% του συνολικού ληξιπρόθεσμου χρέους. Μια βασική αιτία είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος του χρέους αποτελεί παλιό χρέος και μάλιστα ένα σημαντικό μέρος προέρχεται από το πολύ μακρινό παρελθόν!

Πρόκειται για το 37%, δηλαδή περί τα 34,3 δισ. ευρώ που έχουν δημιουργηθεί πριν από την κρίση και συγκεκριμένα έως και το 2010.

Ενα επίσης σημαντικό ποσοστό που φθάνει το 52,1%, περί τα 48,4 δισ. ευρώ, έχει δημιουργηθεί μεταξύ 2010 και 2015 και αν και δεν αναφέρεται στο απώτερο παρελθόν, θεωρείται παλιό, αφού κατά κοινή παραδοχή ό,τι αφεθεί για πάνω από ένα χρόνο μάλλον είναι και ξεχασμένο. Σημαντικό μέρος των παλιών χρεών προέρχεται από επιχειρήσεις ή επαγγελματίες που έκλεισαν τη δραστηριότητά τους και πτώχευσαν –κάποιες και επίσημα– ενώ διόλου ευκαταφρόνητο είναι το ποσό που προέρχεται από αριθμούς μητρώου που είναι πλαστοί και δημιουργήθηκαν εξαρχής για να φεσώσουν το Δημόσιο.

Πλάι σε αυτό υπάρχει και ένα ποσοστό 10,9%, δηλαδή περί τα 10,1 δισ. ευρώ που δημιουργήθηκε εντός του 2016, είναι δηλαδή νέο χρέος και το κράτος το θεωρεί εισπράξιμο, αλλά πρόκειται μάλλον για μια αισιόδοξη εκτίμηση εάν αναλογιστεί κανείς ότι μόνο το πρώτο τρίμηνο του 2017 δημιουργήθηκαν 3,3 δισ. ευρώ νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την εφορία.

Η ύπαρξη πάντως ενός ικανού ποσοστού στρατηγικών κακοπληρωτών μεταξύ των 4.312.287 ΑΦΜ, που εμφανίζονται ως οφειλέτες του Δημοσίου, επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι από το συνολικό χρέος των 92,9 δισ. ευρώ του ληξιπρόθεσμου στα τέλη του 2016 χρέους, μόλις το 5,4%, δηλαδή κάτι παραπάνω από 5 δισ. ευρώ είχαν ρυθμιστεί. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι μέσα στο 2016 οι συνολικές εισπράξεις από το ληξιπρόθεσμο χρέος ανήλθαν σε 5,2 δισ. ευρώ, από τις οποίες μόλις τα 2,5 δισ. ευρώ είναι από το παλιό χρέος και άλλα 2,7 δισ. ευρώ από το νέο, δηλαδή αυτό που δημιουργήθηκε εντός του 2016.

Στις τράπεζες

Παρόμοια χαρακτηριστικά έχουν και οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τις τράπεζες, καθώς σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας, τα μισά περίπου από τα «κόκκινα» δάνεια και συγκεκριμένα περί τα 48,6 δισ. ευρώ σε σύνολο 108 δισ. ευρώ ή ένα στα δύο, έχουν καταγγελθεί. Η καταγγελία της σύμβασης σημαίνει ότι τα δάνεια αυτά είναι σε βαθιά καθυστέρηση, δηλαδή δεν εξυπηρετούνται για χρονικό διάστημα άνω των δύο ετών. Στη συντριπτική τους πλειονότητα είναι ξεχασμένα και ουσιαστικά οι τράπεζες τα θεωρούν ανείσπρακτα. Το μεγαλύτερο ποσοστό των καταγγελθεισών συμβάσεων είναι δάνεια νοικοκυριών, δηλαδή κυρίως καταναλωτικά. Ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι εκτός από τις καταγγελθείσες συμβάσεις καταναλωτικών δανείων που αντιπροσωπεύουν το 65% των συνολικών «κόκκινων» δανείων αυτής της κατηγορίας, σε καταγγελία έχει περιέλθει και το 40% των «κόκκινων» στεγαστικών δανείων, δηλαδή περί τα 11,2 δισ. ευρώ στο σύνολο των 28 δισ. που είναι τα «κόκκινα» στεγαστικά δάνεια.

Η εικόνα των μη εξυπηρετούμενων δανείων και κυρίως η προοπτική ανάκτησης μέρους των δανείων που είναι στο «κόκκινο», επιδεινώνεται περαιτέρω, καθώς στα 48,6 δισ. ευρώ των δανείων που έχουν καταγγελθεί, προστίθενται άλλα 29,6 δισ. ευρώ που είναι σε τρίμηνη καθυστέρηση και από τα οποία πάνω από τα μισά είναι περιπτώσεις που είναι σε αθέτηση μεγαλύτερη των δύο ετών ή ενώ είχαν ρυθμιστεί, εμφανίζουν εκ νέου καθυστέρηση. Συνολικά, οι βαθιές καθυστερήσεις αντιπροσωπεύουν πάνω από 60 δισ. ευρώ και καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την προσπάθεια διαχείρισης του προβλήματος από την πλευρά των τραπεζών. Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, από το σύνολο των 108 δισ. ευρώ των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, μόλις 29,8 δισ. ευρώ είναι σε καθυστέρηση μικρότερη των τριών μηνών ή έχουν ρυθμιστεί πρόσφατα και συνεπώς έχουν περισσότερες πιθανότητες να συνεχίσουν να εξυπηρετούνται.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ