ΒΙΒΛΙΟ

Τα «πρέπει» και πώς... πρέπει να αντιδρούμε

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΜΑΙΡΗ ΑΓΑΘΟΚΛΗ
Αμπωτη και παλίρροια
εκδ. Φερενίκη, σελ. 182

Υπάρχουν διάφορα «πρέπει» που πηγαινοέρχονται καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής ενός ανθρώπου: για τη συμπεριφορά του στους άλλους, τις σπουδές, τους φίλους, για εραστές, ερωμένες, συζύγους, για την επαγγελματική ευσυνειδησία και για τα έξωθεν «είναι ό,τι πρέπει για σένα»· για τα μικρά και για τα μεγάλα.

Η Μαίρη Αγαθοκλή, με το δεύτερο βιβλίο της «Αμπωτη και παλίρροια», με αυτά τα «πρέπει» καταπιάνεται – με τις καθημερινές συμβάσεις, με τα συχνά διλήμματα που ένας άνθρωπος καλείται διαρκώς να επιλύει. Η Σάντρα Φωτίου, η Ελληνορουμάνα τσελίστρια της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, είναι η κεντρική ηρωίδα της Αγαθοκλή. Προσπαθεί, βλέποντας σταθερές της ζωής της κλονίζονται, να κρατηθεί απ’ όσα έχει μάθει, απ’ όσα της έχουν επιβληθεί και απ’ όσα δεν προκαλέσουν κανένα «τι θα πει ο κόσμος».

Πράγματι, πρόκειται για ένα συνεχές φαινόμενο υπαρξιακής και συναισθηματικής άμπωτης και παλίρροιας. Σε κάθε σελίδα της νουβέλας της Μαίρης Αγαθοκλή σκιαγραφούνται τα αδυσώπητα διλήμματα της Σάντρας: να πάρει διαζύγιο από τον «άτακτο» γυναικολόγο σύζυγό της, να φερθεί σωστά σε όσους φίλους και συγγενείς έχουν την ανάγκη της, να ερωτευτεί τον μαέστρο της, τον Γιόζεφ Μαρτίνο, κατά πολύ μεγαλύτερό της ηλικιακά; Η Μαίρη Αγαθοκλή, όμως, μοιάζει να βάζει τα κοινωνικά «φρένα» στην άκρη και να αφηγείται τους τρόπους με τους οποίους ένας άνθρωπος, διατηρώντας την ευγένεια και τη μειλιχιότητά του, διεκδικεί αυτά που επιθυμεί, δίχως να προσβάλλει εαυτόν και αλλήλους. Σε μία προσπάθειά της, μάλιστα, να διαγράψει μια και καλή δισταγμούς και φόβους, η κεντρική ηρωίδα, η Σάντρα, με βασικό της οδηγό τον Ελύτη («πιάσε το πρέπει από το γιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι»), παλεύει και, τρόπον τινά, βγαίνει νικήτρια στη μάχη με τις καθημερινές υπενθυμίσεις ότι «πρέπει να είναι σωστή».

Το «Αμπωτη και παλίρροια» είναι μια νουβέλα για εκείνους που έμαθαν να υποτάσσονται στις έξωθεν επιταγές και κάποια στιγμή συνειδητοποιούν την πνιγηρή ζωή που χτίζουν δίχως να το θέλουν και επαναστατούν – παραμένοντας, όμως, οι «καλοί» άνθρωποι που όλοι ξέρουν και έχουν αγαπήσει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ